Η Ερωφίλη Κόλλια παρουσίασε όλα τα στοιχεία για την αρχαιολογική έρευνα
Η Εφορεία Αρχαιοτήτων Αχαΐας συνεχίζει στην νέα έκθεση του Μουσείου τον κύκλο ομιλιών με τίτλο: «Αιγιαλείας περιήγησις». Στο πλαίσιο του εν λόγω κύκλου καταξιωμένοι επιστήμονες, οι οποίοι έχουν ερευνήσει συστηματικά την περιοχή της Αιγιάλειας, μοιράζονται τις γνώσεις τους με το ευρύ κοινό και αποκαλύπτουν τα «μυστικά» των πολυάριθμων αρχαιολογικών θέσεων και των εξαιρετικών ευρημάτων τους με την διευθύντρια της Εφορείας Αρχαιοτήτων Δρ. Ερωφίλη-Ίρις Κόλια να «ξεδιπλώνει» το απόγευμα της Παρασκευής στοιχεία για την αρχαιολογική έρευνα από το 2001 έως σήμερα για την Αρχαία Κερύνεια (Μαμουσιά).
Στο ύψωμα Βουνί, βορείως του σημερινού χωριού Μαμουσιά, σώζονται τα ερείπια αρχαίας πόλης που από την έρευνα ταυτίζεται με την Κερύνεια, πόλη της Αχαΐας. Η θέση, ανάμεσα στις κοιλάδες των ποταμών Κερυνίτη και του σύγχρονου Βουραϊκού (Ερασίνος στην αρχαιότητα), βρίσκεται σε υψόμετρο 753 μ. πάνω από τον Κορινθιακό Κόλπο με προσανατολισμό προς την ορεινή ενδοχώρα. Το επιβλητικό τοπίο χαρακτηρίζεται από τις ψηλές κορυφές, που πλαισιώνονται από βαθιές χαράδρες. Η αρχαία πόλη είναι κτισμένη σε φυσικά οχυρή θέση, που προστατεύεται από απότομους γκρεμούς στη βόρεια, ανατολική και δυτική πλευρά της, ενώ ομαλότερη είναι η πρόσβαση στη νότια πλευρά της.
Πρώτος ο Leake το 1830 υπέθεσε ότι τα ερείπια στη Μαμουσιά ανήκαν στην Κερύνεια, αλλά αργότερα τα απέδωσε στη Βούρα ακολουθώντας παλαιότερη άποψη. Άλλοι ερευνητές τοποθέτησαν την Κερύνεια στην αρχαία ακρόπολη στο ύψωμα της Μπρούμας πάνω από το Ριζόμυλο, άποψη αμφισβητήθηκε κυρίως από τον Meyer το 1939. Ο ερευνητής αυτός ταύτισε και πάλι τη θέση στη Μαμουσιά με την Κερύνεια, ταύτιση που επιβεβαίωσε η εύρεση πήλινης κεραμίδας με εγχάρακτο το όνομα ΚΑΡΥΝ[ΑΙΩΝ]. Πράγματι, η πόλη ονομάζεται από τον Πολύβιο Καρύνεια και οι κάτοικοί της Καρυνείς. Ο ίδιος τύπος απαντάται στα χάλκινα νομίσματα της πόλης, αλλά και σε επιγραφές, ενώ οι υπόλοιποι αρχαίοι συγγραφείς την αποκαλούν Κερύνεια.
Τοπογραφικές πληροφορίες για την πόλη μας δίνει ο Παυσανίας, που αναφέρει ότι κανείς φθάνει στην Κερύνεια ακολουθώντας το δρόμο μετά την Ελίκη, που οδηγούσε από τη θάλασσα στην ορεινή ενδοχώρα, ενώ προς Α. επίσης σε ορεινή θέση βρισκόταν η Βούρα
Η Κερύνεια ανήκε στην κατηγορία των αχαϊκών πόλεων, που ήταν κτισμένες στην ενδοχώρα .Όμοια ήταν και η γεωγραφική θέση της γειτονικής Βούρας και της σημαντικής κώμης της Αίγειρας, της Φελλόης, που ταυτίζεται με τα αρχαία ερείπια στη Σελιάνα
Την Κερύνεια αναφέρει και ο Αιλιανός σε σχέση με το κρασί της, ονομαστό στην αρχαιότητα, ενώ ο Στράβων γράφει ότι στην εποχή του η Κερύνεια, η Ελίκη και το άλσος του Διός Αμάριον, όπως και οι Αιγές και τμήμα της Ρυπικής ανήκαν στο Αίγιο
Η Κερύνεια δεν απαντάται στα ομηρικά έπη, αντίθετα με άλλες πόλεις της Αιγιάλειας, ενώ απουσιάζει και από τον κατάλογο των δώδεκα αχαϊκών πόλεων του Ηροδότου, γεγονός που έχει ερμηνευθεί ως στοιχείο για την εξάρτηση της κατά την περίοδο αυτή και έως το 373 π.Χ. από το μεγάλο κέντρο της περιοχής, τη γειτονική Ελίκη.
Η Κερύνεια γνώρισε μεγάλη ακμή κατά την ελληνιστική εποχή, όταν ήρθε στο πολιτικό προσκήνιο με τη συμμετοχή της στην Αχαϊκή Συμπολιτεία. Ήταν μία από τις πρώτες πόλεις που προσχώρησε στη Συμπολιτεία μετά από την επανίδρυσή της, ενώ μία από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες στην ιστορία της Αχαϊκής Συμπολιτείας, ο Μάργος, που διετέλεσε και στρατηγός της, καταγόταν από την Κερύνεια.
Τη δεκαετία του 1970 η Δεκουλάκου ανέσκαψε το σημαντικό ταφικό μνημείο στη θέση Άγιος Κωνσταντίνος, νοτιοδυτικά της τειχισμένης πόλης, στις υπώρειες του υψώματος στο Κάτω Βουνί.
Σύμφωνα με την ανασκαφέα, το μοναδικό αυτό μνημείο με αρχιτεκτονικά στοιχεία των μακεδονικών τάφων, ανεγέρθηκε ως κενοτάφιο του στρατηγού της αχαϊκής Συμπολιτείας, Μάργου, του οποίου το πλοίο βούλιαξε σε ναυμαχία στους Παξούς εναντίον των Ιλλυριών και των Ακαρνάνων το 229 π.Χ.
ΟΙ ΝΕΩΤΕΡΕΣ ΕΡΕΥΝΕΣ
Η ανασκαφική έρευνα στον Προφήτη Ηλία έφερε στο φως στοιχεία για τη χρονολόγηση της μακραίωνης λατρευτικής χρήσης του τουλάχιστον από το α΄ μισό του 6ουου αι. π.Χ., αν και υπάρχουν ενδείξεις ότι ξεκινά ήδη στα τέλη του 8ουου – 7οο αι. π.Χ., όπως δείχνουν τα σποραδικά όστρακα της ύστερης γεωμετρικής εποχής, που βρέθηκαν κυρίως στο χώρο δυτικά του αναλημματικού τοίχου. Η κεραμική ρωμαϊκών χρόνων από την ανασκαφή του δίστυλου εν παραστάσι ναού δυτικά του περίπτερου ναού της αρχαϊκής εποχής, δηλώνει τη συνέχεια της λατρείας έως τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες. Αναμφίβολα, το σημαντικότερο μνημείο ήταν ο μεγάλος περίπτερος ναός του τέλους του 6ουου – αρχών του 5ουου αι. π.Χ., του οποίου, ωστόσο, ο βίος ήταν σχετικά σύντομος. Υποθέτουμε ότι η καταστροφή του οφείλεται στον ισχυρό σεισμό, που κατέστρεψε τη γειτονική Ελίκη περί το 373 π.Χ., καθώς έτσι μπορεί να ερμηνευθεί η ολοσχερής κατάρρευση και αποδόμηση του επιβλητικού αυτού μνημείου, το οποίο ήταν διακοσμημένο με εξαιρετικής τέχνης εναέτιες γλυπτές συνθέσεις. Πολλά αρχιτεκτονικά μέλη του επαναχρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή του μικρού δίστυλου εν παραστάσι ναού δυτικά του, που πιστεύουμε ότι τον αντικατέστησε, αν και ήταν πολύ ταπεινότερος από τον λαμπρό περίπτερο ναό. Η χρονολόγηση του δίστυλου εν παραστάσι ναού στον 4οο αι. π.Χ. εναρμονίζεται με την πιθανολογούμενη καταστροφή του αρχαϊκού ναού από τον σεισμό του 373/2 π.Χ.
Τα νεότερα ανασκαφικά δεδομένα μάς οδηγούν στη διαπίστωση της ύπαρξης τουλάχιστον ενός ακόμη ναόσχημου κτηρίου, που σύμφωνα με τα ασφαλώς χρονολογημένα στοιχεία της κεράμωσής του, μπορεί να χρονολογηθεί στο 560/550 π.Χ., ενώ αξιοσημείωτη είναι η προέλευσή της από το ίδιο εργαστήριο, που κατασκεύασε την κεράμωση και τα πήλινα αρχιτεκτονικά ανάγλυφα στο ιερό της Ελίκης, στα Νικολέικα. Το ναόσχημο κτήριο ή ναός δεν έχει εντοπιστεί προς το παρόν στον Προφήτη Ηλία, αλλά δεν μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο να ήταν ο προκάτοχος του περίπτερου ναού της ύστερης αρχαϊκής εποχής, οπότε πιθανώς θα ήταν κτισμένος στη ίδια θέση, παρόλο που δεν αποκαλύφθηκε κάποια ένδειξη παλαιότερου κτίσματος κατά την ανασκαφή. Ο μνημειακός βωμός, πρέπει να ανεγέρθηκε την ίδια περίοδο με τον περίπτερο ναό, καθώς είναι κατασκευασμένος ακριβώς ανατολικά του, μπροστά από την πρόσοψή του.
Το ιερό στον Προφήτη Ηλία δεν αναφέρεται στις πηγές, ούτε βρέθηκε κάποια επιγραφική μαρτυρία που να έχει σχέση με αυτό. Συνεπώς η λατρευόμενη θεότητα δεν είναι γνωστή, αν και κάποια στοιχεία μας οδηγούν στην υπόθεση ότι ήταν αφιερωμένο σε εξέχουσα θεότητα του δωδεκάθεου, που ίσως ταυτίζεται με τον βασιλιά των θεών, τον Δία. Βαρύνουσα σημασία για την υπόθεση αυτή έχει η απεικόνιση του θεού στο κέντρο του ενός αετώματος, εφόσον η αποκατάσταση και η συνακόλουθη ταύτιση της μορφής είναι ορθή. Επίσης, υπέρ της άποψης αυτής συνηγορούν και τα ακόλουθα δεδομένα: η θέση του ιερού στην κορυφή ορεινού εξάρματος με υψόμετρο 800 μ., η πολυτελής κατασκευή του μεγάλου δωρικού ναού, που ήταν διακοσμημένος με αετωματικές συνθέσεις υψηλής καλλιτεχνικής αξίας από παριανό μάρμαρο, όπως και η κεράμωσή του, αλλά και η διαχρονικότητα της λατρείας από την αρχαϊκή εποχή έως τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες, δηλαδή για 700 – 800 χρόνια. Τη λατρεία εξέχουσας θεότητας αποδεικνύουν, τόσο τα περίτεχνα αναθήματα, όπως η χάλκινη σειρήνα, όσο και η διαπίστωση ότι μεγάλο ποσοστό των οστών ζώων από την ανασκαφή, που ανέρχεται στο 44,1% του συνόλου, ανήκει σε βοοειδή, ζώα πολύτιμα στην αρχαιότητα για τη γεωργία, την κτηνοτροφία και τις μεταφορές και γι’ αυτόν τον λόγο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Τα οστά αυτά θεωρούμε ότι προέρχονται από τις θυσίες ή/και τα τελετουργικά γεύματα που ήταν συνυφασμένα με τη λατρεία.
Η θέση του ιερού είναι ορεινή, μακριά από οδικούς άξονες, και σε απόσταση 1 χλμ. από τον οικισμό της Κερύνειας στη θέση Βουνί. Επιπροσθέτως, είναι ιδρυμένο σε περίοπτη θέση, στην κορυφή ορεινού εξάρματος με υψομέτρο 800 μ. Μάλιστα, λόγω της περίοπτης θέσης του το ιερό είναι ορατό από την επικράτειά της Βούρας. Πρόκειται λοιπόν, για ένα περιαστικό ιερό, ορατό από γειτονικές περιοχές.
Σε κάθε περίπτωση, στοιχεία, όπως η πολυτελής κατασκευή του μεγάλου δωρικού ναού που ήταν διακοσμημένος με αετωματικές συνθέσεις υψηλής καλλιτεχνικής αξίας από παριανό μάρμαρο, όπως και η κεράμωσή του, αλλά και η διαχρονικότητα της λατρείας που διήρκεσε από την αρχαϊκή εποχή έως τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες, είναι στοιχεία που υπογραμμίζουν τη σημασία του στραμμένου προς τον Κορινθιακό και την απέναντι ακτή της Στερεάς Ελλάδας ιερού.

