Στο 3ο Aigialeia`s Culture Roads που διοργανώθηκε από την εφημερίδα «Ημερήσιος της Αχαϊας» και την Ένωση Ιδιοκτητών Ημερήσιων Επαρχιακών Εφημερίδων
«Σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Τουρισμού, περισσότεροι από 300 εκατομμύρια άνθρωποι επισκέπτονται κάθε χρόνο σημαντικούς θρησκευτικούς προορισμούς, ενώ οι θρησκευτικές μετακινήσεις παγκοσμίως υπολογίζονται σε περίπου 600 εκατομμύρια ταξίδια ετησίως. Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες μορφές ειδικού τουρισμού διεθνώς, με οικονομικό αποτύπωμα που υπολογίζεται σε εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο» ανέφερε ο Κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ ΚΙΝΑΛ Μιχάλης Κατρίνης κατά την ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ομιλία του στο 3ο Aigialeia`s Culture Roads με θέμα «Ο Θρησκευτικός τουρισμός ως πνευματική εμπειρία Πολιτισμού και Ιστορίας!» που διοργανώθηκε από την εφημερίδα «Ημερήσιος της Αχαϊας» και την Ένωση Ιδιοκτητών Ημερήσιων Επαρχιακών Εφημερίδων.
«Όταν μιλάμε για θρησκευτικό τουρισμό, συχνά τον εντάσσουμε μαζί με άλλες μορφές πολιτιστικού ή θεματικού τουρισμού. Ωστόσο, διαθέτει ένα χαρακτηριστικό που τον διαφοροποιεί ουσιαστικά από άλλες εμπειρίες. Γιατί στον πυρήνα του βρίσκεται το προσκύνημα. Η ανάγκη του ανθρώπου να επισκεφθεί έναν τόπο που θεωρεί ιερό, έναν τόπο που συνδέεται με την πίστη του, με την πνευματική του ζωή ή με μια προσωπική αναζήτηση. Είναι διαφορετικό να επισκέπτεται κανείς έναν βυζαντινό ναό ως μνημείο ιστορικής και καλλιτεχνικής αξίας και διαφορετικό να επισκέπτεται μια μονή ή ένα προσκύνημα ως πράξη πίστης, ως προορισμό ζωής. Στην πρώτη περίπτωση κυριαρχεί η πολιτιστική εμπειρία. Στη δεύτερη η πνευματική συμμετοχή» τόνισε ο κ΄. Κατρίνης για να σημειώσει ότι: «Βεβαίως, οι δύο αυτές διαστάσεις συχνά συναντώνται. Κι όταν αυτό συμβαίνει, ο μεν προσκυνητής γνωρίζει την ιστορία ενός τόπου, ο δε επισκέπτης ενός μνημείου έρχεται σε επαφή με μια ζωντανή θρησκευτική παράδοση.
Όμως η αφετηρία δεν είναι η ίδια. Και αυτή ακριβώς η ιδιαιτερότητα είναι που προσδίδει στον θρησκευτικό τουρισμό τη μοναδική του αξία. Οι τόποι προσκυνήματος δεν αποτελούν απλώς σημεία ενδιαφέροντος πάνω σε έναν χάρτη. Αποτελούν ζωντανούς χώρους πίστης, μνήμης και συνέχειας. Παράλληλα, ο θρησκευτικός τουρισμός, στην πολιτιστική του διάσταση, δεν αφορά μόνο την επίσκεψη σε χώρους λατρείας.
Αφορά και τη γνωριμία με θεσμούς που άφησαν ισχυρό αποτύπωμα στην ιστορική διαδρομή του τόπου μας.
Τα μοναστήρια και οι βυζαντινοί ναοί αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της πολιτιστικής κληρονομιάς της Ελλάδας. Για αιώνες υπήρξαν χώροι θρησκευτικής ζωής, πνευματικής καλλιέργειας, εκπαίδευσης, κοινωνικής προσφοράς και φιλοξενίας.
Παράλληλα, λειτούργησαν ως σημεία αναφοράς για τις τοπικές κοινωνίες και ιδιαίτερα για τις ελληνικές κοινότητες της υπαίθρου.
Γι’ αυτό και η αξία τους δεν περιορίζεται στη θρησκευτική τους λειτουργία.
Αποτελούν φορείς ιστορικής μνήμης και πολιτιστικής συνέχειας.
Σε αυτές τις διαστάσεις μπορεί βεβαίως να προστεθεί και η φυσιολατρική διάσταση, όταν η μονή ή το μνημείο βρίσκεται σε ένα περιβάλλον ιδιαίτερου φυσικού κάλλους».
ΑΝΓΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ
Τονίζοντας επίσης ότι «Υπάρχουν σημαντικές πρωτοβουλίες και αξιόλογες προσπάθειες και σε διάφορες περιοχές της χώρας μας. Αυτό που χρειάζεται είναι να περάσουμε από τις αποσπασματικές δράσεις σε μια πιο ολοκληρωμένη στρατηγική. Να δημιουργήσουμε συνέργειες. Να συνδέσουμε τις καλές πρακτικές. Να αξιοποιήσουμε συστηματικά ένα συγκριτικό πλεονέκτημα που διαθέτει σχεδόν κάθε περιφέρεια της Ελλάδας. Και η Δυτική Ελλάδα διαθέτει πολλά τέτοια συγκριτικά πλεονεκτήματα» σημείωσε ο κ΄.Κατρίνης για να τονίσει ότι: «Η Αχαϊα και εν προκειμένω η Αιγιάλεια διαθέτει προορισμούς εμβληματικούς, όπως η Ιερά Μονή της Αγίας Λαύρας, με όλο το θρησκευτικό, πολιτιστικό και εθνικό-συμβολικό φορτίο που κουβαλά, αλλά και πολλούς ακόμα προορισμούς με μεγάλη ή περιορισμένη προβολή στους οποίους αναφέρθηκαν οι προλαλήσαντες.
Η Ηλεία είναι μεν μια περιοχή που διαθέτει διεθνή αναγνωρισιμότητα χάρη στην Αρχαία Ολυμπία, αλλά παράλληλα διαθέτει ένα ιδιαίτερα σημαντικό θρησκευτικό και βυζαντινό απόθεμα».
«Η ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΠΡΟΪΟΝ»
Αν φτιάξεις τον δρόμο προς ένα μοναστήρι, απλώς διευκολύνεις κάποιον να φτάσει εκεί. Αν δημιουργήσεις προσκυνηματική διαδρομή, κάνεις κάτι πολύ ευρύτερο:
- επιλέγεις ποιοι χώροι θα συνδεθούν μεταξύ τους,
- δημιουργείς κοινή ταυτότητα,
- παράγεις έντυπο και ψηφιακό υλικό,
- τοποθετείς σήμανση,
- δημιουργείς χάρτες,
- οργανώνεις στάσεις και σημεία ενδιαφέροντος,
- συνδέεις τη διαδρομή με τοπικά προϊόντα, μουσεία ή πολιτιστικούς χώρους,
- προωθείς τη διαδρομή ως ενιαία εμπειρία.
Αλλά αυτό προϋποθέτει όραμα, σχέδιο, χρηματοδότηση και συνέργειες. Προϋποθέτει συγκεκριμένες πολιτικές σε κεντρικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο.
Χρειάζεται, πρώτα απ’ όλα, μια συστηματική καταγραφή και χαρτογράφηση του θρησκευτικού και βυζαντινού αποθέματος της χώρας μέσα από τη δημιουργία ενός Εθνικού Μητρώου Προσκυνηματικών Χώρων και Θρησκευτικών Μνημείων.
Χρειάζεται η ανάπτυξη πιστοποιημένων προσκυνηματικών διαδρομών, στα πρότυπα των επιτυχημένων ευρωπαϊκών παραδειγμάτων, που θα συνδέουν μονές, ναούς και ιστορικά μνημεία με τις τοπικές κοινωνίες και την παραγωγική τους δραστηριότητα.
Χρειάζεται η αξιοποίηση των ψηφιακών τεχνολογιών, με ενιαίες πλατφόρμες πληροφόρησης, ψηφιακούς χάρτες και σύγχρονες εφαρμογές ξενάγησης που θα καθιστούν τους προσκυνηματικούς προορισμούς περισσότερο προσβάσιμους-άρα και επιλέξιμους- στους επισκέπτες από την Ελλάδα και το εξωτερικό, ανέφερε επίσης ο κ΄.Κατρίνης.
«Συνοψίζοντας θα έλεγα ότι η συζήτηση για τον θρησκευτικό τουρισμό τελικά δεν αφορά μόνο όλους όσοι ενδιαφέρονται για ζητήματα πίστης. Αφορά συνολικά την περιφερειακή ανάπτυξη. Αφορά τη δυνατότητα μικρών πόλεων και χωριών να καταστούν προορισμοί και να αποκτήσουν νέα οικονομική δραστηριότητα, 12 μήνες τον χρόνο. Αφορά τη στήριξη της τοπικής επιχειρηματικότητας. Αφορά την παραμονή του πληθυσμού στην ύπαιθρο και την αντιμετώπιση του δημογραφικού. Αφορά, εν τέλει, την αξιοποίηση ενός συγκριτικού πλεονεκτήματος που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ιστορία και την ταυτότητα κάθε τόπου»
