Από την τοποθέτηση Του Γιώργου Γεωργόπουλου στο 1ο Διεθνές Συνέδριο Ιστορίας
Μετά την παράδοση του Ρούπελ, την Αιχμαλωσία του Δ΄ Σώματος Στρατού στο Γκέρλιτς και την αμαχητί κατάληψη της Μακεδονίας από τη Βουλγαρία τον Μάιο του 1916, οι σύμμαχοι είχαν απαιτήσει από τον Βασιλιά Κωνσταντίνο, τον Ιούνιο του 1916 (διακοίνωση της 8ης Ιουνίου), τον αφοπλισμό των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων που ήταν υπό τις διαταγές του. Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος αναγκάστηκε πιεζόμενος από την Αντάντ να αποδεχθεί την αποστράτευση των εφέδρων που υπηρετούσαν στον ελληνικό στρατό. Η αποστράτευση αυτή, αν και στέρησε από τον Βασιλιά τον επίσημο στρατό, του επέτρεψε να συγκροτήσει έναν «ιδιωτικό» και ανεξέλεγκτο παραστρατιωτικό μηχανισμό, τους Επίστρατους, ικανό να αντιμετωπίσει τον «εσωτερικό εχθρό» (όπως χαρακτηριζόταν ο Βενιζέλος από τους αντιβενιζελικούς).
Ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εφέδρων (γνωστός ως «Επίστρατοι») ιδρύθηκε τον Ιούνιο του 1916, ενώ ταυτόχρονα ιδρύθηκαν σύνδεσμοι σε όλοι την Ελλάδα. Αν και το καταστατικό του παρουσίαζε τους Επίστρατους ως σωματείο αλληλοβοήθειας για τους απολυμένους εφέδρους, ο πραγματικός του στόχος ήταν η δυναμική στήριξη της βασιλικής πολιτικής και η αντίσταση στην ξένη επέμβαση. Η εξάπλωση της οργάνωσης υπήρξε αστραπιαία, φτάνοντας τα 200.000 μέλη, με την οργανωτική πυκνότητα στα χωριά της Παλαιάς Ελλάδας να αγγίζει το 100%.
Ο λόγος των Επιστράτων αποτέλεσε την ιδεολογική αιχμή του αντιβενιζελικού εξτρεμισμού. Χαρακτηριζόταν από έναν εσωστρεφή πατριωτισμό που επικεντρωνόταν στη διαφύλαξη των κεκτημένων των Βαλκανικών Πολέμων και χαρακτηριζόταν από προσωπολατρία για τον Βασιλιά Κωνσταντίνο, αντιδυτικισμός και άρνηση του βενιζελικού φιλελευθερισμού.
Ο Σύνδεσμος Επιστράτων στο Αίγιο οργανώθηκε λίγες μέρες μετά από τον αντίστοιχο Σύνδεσμο της Αθήνας. Στις 26 Ιουνίου 1916 ήδη λειτουργούσαν γραφεία του Συνδέσμου Επιστράτων στην πόλη του Αιγίου (οικία Σταθόπουλου). Μάλιστα είχε προηγηθεί την Κυριακή 25 Ιουνίου συγκέντρωση 200 επιστράτων στο θερινό θέατρο της πόλης με σκοπό την συγκρότηση Συνδέσμου. Στη συγκέντρωση αυτή ο εισηγητής της πρότασης Π. Μ. ανέπτυξε τον σκοπό του Συνδέσμου να εργάζεται «ὑπὲρ τῆς πατρίδος καὶ μόνης καὶ ὑπὲρ τοῦ ἀπειλουμένου ἀρχιστρατήγου μας Βασιλέως». Μάλιστα, οι Επίστρατοι συνέγραψαν και τηλεγράφημα προς τον Βασιλιά με το ακόλουθο περιεχόμενο: «Μεγαλειότατε! Ἡ μέχρι σήμερον ἀπολυθέντες τῶν τάξεων Ἐπίστρατοι Αἰγιεὶς διαδηλοῦντες την πρὸς τὴν Ἡμετέραν Μεγαλειότητα ὁλόψυχον ἀφοσίωσίν των, διαβεβαιοῦν Ὑμᾶς ὅτι εἰς τὴν φωνήν Σου καὶ μόνον, Μεγάλε μας Βασιλιᾶ, ἐννοοῦν νὰ ἀναλάβουν καὶ πάλιν τὰ ὅπλα, ἀποκρούοντες ἐντονότατα οἱανδήποτε ἀναγνώρισιν ξενικῆς ἐπεμβάσεως».
Ο Σύνδεσμος κυκλοφόρησε και μια εβδομαδιαία εφημερίδα με τίτλο «Ο Επίστρατος» με στόχο την προώθηση των αρχών του. Η εφημερίδα κυκλοφόρησε σε 5 φύλλα (Ιούνιο έως Αύγουστο του 1916). Η κυκλοφορία της σταμάτησε μετά την επίθεση στη γαλλική πρεσβεία στην Αθήνα (27 Αυγούστου) η οποία αποδόθηκε στους Επίστρατους (αν και από τους ίδιους τους Επίστρατους χαρακτηρίστηκε προβοκάτσια των Γάλλων) και την απαίτηση της Αντάντ να τερματίσουν τη δράση τους οι Σύνδεσμοι Επιστράτων. Όργανο των αντιβενιζελικών και προωθητικό μέσο του λόγου των Επιστράτων του Αιγίου αποτέλεσε στη συνέχεια η εφημερίδα «Έρευνα».
Ο Σύνδεσμος Επιστράτων Αιγίου ανέπτυξε μέσω των εφημερίδων ισχυρό αντιβενιζελικό λόγο, παρουσίαζε τον Βενιζέλο ως εχθρό της Πατρίδας, δούλο των ξένων και πράκτορα των Άγγλων και κατήγγειλε την πολιτική του ως επικίνδυνη, αντιπατριωτική και ικανή να οδηγήσει τη χώρα σε «αίμα και εθνική καταστροφή». Η στρατηγική αυτή επιχείρηση ηθικής απαξίωσης του Βενιζέλου στηριζόταν στη συνδυασμένη χρήση συκοφαντιών, ηθικών μομφών και ψυχολογικών χαρακτηρισμών, με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται ο Βενιζέλος ως εγωκεντρικός, ανισόρροπος και «νευροπαθής» ηγέτης, ενώ αντίθετα οι Επίστρατοι εμφανίζονταν ως εκφραστές της εθνικής ακεραιότητας και των στρατιωτικών κατορθωμάτων της Ελλάδας.
Ο Σύνδεσμος Επιστράτων ανέπτυξε γρήγορα δίκτυο ανάλογων οργανώσεων και σε άλλα χωριά στην Αιγιάλεια (Πτέρη, Ελίκη, Βιλιβίνα), ενώ Αιγιώτες που διέμεναν μακριά από το Αίγιο μέσω τηλεγραφημάτων ζητούσαν να εγγραφούν στον τοπικό Σύνδεσμο Επιστράτων. Μέσα στο ταραγμένο κλίμα των Νοεμβριανών (17-18 Νοεμβρίου 1916) και του ισχυρού διχασμού που ταλάνισε την Ελλάδα εκείνη την εποχή οι Επίστρατοι ανέπτυξαν έντονη δράση που έφτασε μέχρι την παρενόχληση βενιζελικών με αποκορύφωμα το ανάθεμα του Βενιζέλου που στήθηκε στα Ψηλαλώνια στα μέσα του Δεκεμβρίου του 1916 και τις συλλήψεις από τους Επιστράτους Αιγιωτών που ανήκαν στο κόμμα Φιλελευθέρων. Μάλιστα έφτασαν ως και στη διαγραφή από τα μητρώα της πόλης του Πολυχρόνη Πολυχρονιάδη, γιατί σύμφωνα με τους κατηγόρους του λειτουργούσε ως συνεργάτης της Αντάντ και βοηθούσε το έργο του προδότη (του Βενιζέλου).
Οι Σύνδεσμοι των Επιστράτων έπαψαν τη λειτουργία τους στις αρχές του 1917 μετά από απαίτηση της Αντάντ. Μετά την επικράτηση του Βενιζέλου και του Κινήματος της Εθνικής αναπτύχθηκαν από τους οπαδούς τους ρεβανσιστικές διώξεις εκδικητικού τύπου εναντίον φιλοβασιλικών στελεχών που οδήγησαν ακόμα και σε δίκες αντιβενιζελικών.
Τον Φεβρουάριο του 1919 το Στρατοδικείο της Πάτρας στη δίκη για τα «Επιστρατικά του Αιγίου» καταδίκασε σε φυλάκιση 5 ετών τους Αιγιώτες πολιτικούς που θεωρήθηκαν ηγέτες του επιστρατικού κινήματος στο Αίγιο, σε 3 ½ χρόνια τον πρόεδρο των Επιστράτων, σε 1 ½ χρόνο τον αντιπρόεδρο και σε μικρότερες ποινές τα μέλη της διοίκησης του Συνδέσμου Επιστράτων στο Αίγιο με τις κατηγορίες της παράνομης βίας, της απειλής και της αντιποίησης αρχής.
(Από τον γράφοντα επιλέχθηκε η μη καταγραφή των ονομάτων των πολιτικών και διοικητικών στελεχών των Επιστράτων, γιατί στόχος είναι η ανάδειξη των γεγονότων – και μόνο – της ταραγμένης περιόδου του εθνικού διχασμού)
