Το σκεπτικό της απόφασης – «ανάσα» του Αρείου Πάγου για 350.000 δανειολήπτες του «νόμου Κατσέλη»

Σύμφωνα με τον Άρειο Πάγο, οι τόκοι πρέπει να υπολογίζονται μόνο επί του κεφαλαίου που απομένει κάθε μήνα και όχι επί του αρχικού συνολικού χρέους.

Δίχτυ προστασίας για τους ευάλωτους δανειολήπτες που έχουν ενταχθεί στον «νόμο Κατσέλη» αποτελεί η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου που δημοσιεύθηκε σήμερα το μεσημέρι και αποφαίνεται ότι ο τόκος θα πρέπει να πληρώνεται με βάση τη μηνιαία δόση και όχι να υπολογίζεται επί του συνόλου της οφειλής.
Οι ανώτατοι δικαστές έκριναν την υπόθεση αυτή, που αφορά σε χιλιάδες δανειολήπτες. Μετά από προδικαστικό ερώτημα που έφτασε στον Άρειο Πάγο από το Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων ενώπιον του οποίου είχε ασκηθεί προσφυγή από δανειολήπτη.
Στο σκεπτικό της η πλειοψηφία της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου έκρινε ότι είναι παραδεκτό το προδικαστικό ερώτημα και ότι πρέπει να υπολογίζονται οι τόκοι με βάση τη μηναία δόση με γνώμονα τη συνταγματική πρόβλεψη για την προστασία της ιδιοκτησίας και το 1ο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων . Στη ζυγαριά της δικαιοσύνης μπήκαν από τη μία πλευρά οι απαιτήσεις των πιστωτών και από την άλλη τα δικαιώματα των οφειλετών.
Μετά από την έκδοση της αμετάκλητης αυτής απόφασης , που αποτελεί νομολογικό πυλώνα ανοίγει ο δρόμος προκειμένου να διεκδικήσουν δικαστικά οι δανειολήπτες που εμπίπτουν στην ίδια «ομάδα» την αναπροσαρμογή των μηνιαίων δόσεων που περιέχουν ποσοστό τόκου. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η απόφαση δεν συνεπάγεται αυτόματη εφαρμογή για όλους ανεξαιρέτως τους ευάλωτους δανειολήπτες ,με αντίστοιχο οικονομικό «προφίλ» και ως εκ τούτου για να διεκδικήσουν τον εκ νέου υπολογισμό των δόσεων θα πρέπει να το ζητήσουν ο καθένας ξεχωριστά από τα δικαστήρια και να αναμένουν την κρίση του δικαστηρίου.
Νομικές πηγές έλεγαν μετά την έκδοση της απόφασης ότι οι δανειολήπτες μπορούν με τις προσφυγές τους στα δικαστήρια πέραν τον εκ νέου υπολογισμό των τόκων , να διεκδικήσουν και πάλι δικαστικά , τον αναδρομικό υπολογισμό των ήδη καταβληθέντων δόσεων.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το σημείο του σκεπτικού της απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου που σταθμίζει και εξισορροπεί τα δικαιώματα των οφειλετών και των πιστωτών τους.
Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι:
«Ο νομοθέτης επιχείρησε να διατυπώσει μία συγκεκριμένη ρύθμιση, η οποία να εκφράζει την ενδεδειγμένη εξισορρόπηση των αντιτιθέμενων συμφερόντων των υπερχρεωμένων οφειλετών και των πιστωτών τους και να είναι συμβατή τόσο με τη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος για τη προστασία της ιδιοκτησίας όσο και με εκείνη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ για τη προστασία των ενοχικών απαιτήσεων των πιστωτών, κατά τρόπο ώστε να μην παραγκωνίζονται και αλλοιώνονται σε αδικαιολόγητο βαθμό οι απαιτήσεις των πιστωτών και να επιτυγχάνεται εξισορρόπηση των δικαιωμάτων τους με εκείνα των οφειλετών τους. Η ερμηνεία βάσει της οποίας ο υπολογισμός του επιτοκίου πρέπει να γίνει επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του κεφαλαίου της οφειλής ουδόλως αντιστρατεύεται τη προστασία του δικαιώματος των πιστωτών (τραπεζικών εταιριών) στη περιουσία τους, στην ειδικότερη έκφανσή του για λήψη του νόμιμου τόκου χρηματικών απαιτήσεών τους που έχουν αναγνωριστεί με δικαστική απόφαση. Διότι δεν καταργεί την νόμιμη αξίωση καταβολής τόκου, καθιστώντας τις ενταγμένες στον ν. 3869/2010 οφειλές άτοκες, ούτε καν μεταβάλλει το ποσοστό του επιτοκίου, αλλά, αντιθέτως, προσδιορίζει την ορθή βάση του υπολογισμού της οφειλής του τόκου».

Πίσω στην Κορυφή