Σεισμική θωράκιση: Αυστηροποιούνται οι προδιαγραφές για Κορινθιακό και Δυτική Ελλάδα

Τι σημαίνει για τα κτίρια της περιοχής

 

Η σεισμική δραστηριότητα αποτελεί βεβαίως διαχρονικό χαρακτηριστικό του ελληνικού χώρου, ωστόσο η ένταση ενός σεισμού δεν είναι από μόνη της εκείνη που καθορίζει τις συνέπειες… Όπως πολύ καλά γνωρίζει η Αιγιάλεια που είδε δύο κτίρια να καταρρέουν σαν «χάρτινοι πύργοι» στο φονικό σεισμό του 1995, το πραγματικό μέγεθος της καταστροφής συνδέεται άμεσα με την ποιότητα και τα χαρακτηριστικά του κτιριακού αποθέματος, το οποίο στην Ελλάδα παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανομοιογενές.

Πολυκατοικίες προηγούμενων δεκαετιών, κατασκευασμένες με παλαιότερους αντισεισμικούς κανονισμούς, συνυπάρχουν με νεότερα κτίρια υψηλότερων προδιαγραφών, δημιουργώντας μια σύνθετη εικόνα ως προς την πραγματική αντοχή των κατασκευών.

Σε αρκετές περιοχές, το παλιό κτιριακό απόθεμα αυξάνει την έκθεση σε ζημιές, ανεξάρτητα από το επίπεδο της σεισμικής δραστηριότητας, αναδεικνύοντας τις αδυναμίες που εξακολουθούν να υπάρχουν σε μεγάλο μέρος των κτιρίων. Το ερώτημα, επομένως, δεν αφορά μόνο το πού θα εκδηλωθεί ένας ισχυρός σεισμός, αλλά κυρίως το πού οι επιπτώσεις του ενδέχεται να είναι πιο έντονες.

Όπως ανέφερε σε δηλώσεις του στον αθηναϊκό Τύπο (protothema.gr) ο καθηγητής Αντισεισμικών Κατασκευών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, Κωνσταντίνος Σπυράκος, στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια ομάδες επιστημόνων έχουν ανοίξει τη συζήτηση για την αναθεώρηση του αντισεισμικού πλαισίου, στο περιθώριο και της επικαιροποίησης των ευρωπαϊκών κανονισμών. Όπως αναφέρει, εξετάζεται ένας νέος χάρτης σεισμικής επικινδυνότητας για την Ελλάδα, ο οποίος θα επαναπροσδιορίσει τις μέγιστες σεισμικές επιταχύνσεις και κατ’ επέκταση τις απαιτήσεις σχεδιασμού των κατασκευών.

 

Οι «κόκκινες» περιοχές

Σύμφωνα με τον ίδιο, «σήμερα οι υψηλότερες απαιτήσεις αντισεισμικού σχεδιασμού εντοπίζονται στην Κεφαλονιά, τη Ζάκυνθο και ευρύτερα στα νησιά του Ιονίου, λόγω της έντονης σεισμικής δραστηριότητας που καταγράφεται στην περιοχή». Την ίδια στιγμή, όπως επισημαίνει, «οι αλλαγές που προκύπτουν από τον νέο σεισμολογικό χάρτη οδηγούν σε αυστηρότερες προδιαγραφές και για τη Δυτική Ελλάδα, τον Κορινθιακό Κόλπο και τη Βόρεια Πελοπόννησο, περιοχές όπου η σεισμικότητα συνδυάζεται με σημαντική παρουσία παλαιότερων κατασκευών».

Η επικαιροποίηση αυτή, σύμφωνα με τον καθηγητή, βασίζεται σε σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα και στον νέο ευρωπαϊκό αντισεισμικό κανονισμό, με στόχο μια πιο ρεαλιστική αποτύπωση του σεισμικού κινδύνου στη χώρα.

Παράλληλα, ο κ. Σπυράκος υπενθυμίζει ότι ο πρώτος αντισεισμικός κανονισμός στην Ελλάδα θεσπίστηκε το 1959, ενώ σήμερα ισχύει ο Ελληνικός Αντισεισμικός Κανονισμός του 2000, όπως αναθεωρήθηκε το 2003, για τον σχεδιασμό νέων κτιρίων.

Για την αποτίμηση και ενίσχυση υφιστάμενων κατασκευών εφαρμόζονται πλέον ο Κανονισμός Επεμβάσεων (ΚΑΝ.ΕΠΕ.) και ο ΚΑΔΕΤ για τις κατασκευές από φέρουσα τοιχοποιία, με τις πιο πρόσφατες αναθεωρήσεις τους το 2022.

 

«Το 30% του κτιριακού αποθέματος έχει χτιστεί χωρίς κανέναν αντισεισμικό κανονισμό»

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στην κατάσταση του κτιριακού αποθέματος, καθώς όπως υπογραμμίζει περίπου το 80% των κατασκευών στη χώρα είτε δεν έχει σχεδιαστεί με αντισεισμικό κανονισμό, είτε βασίζεται στους πρώτους κανονισμούς που ίσχυαν από το 1959 έως το 1985.

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά «το 30% των κτιρίων πανελλαδικά έχουν σχεδιαστεί χωρίς κανέναν αντισεισμικό κανονισμό και αφορούν κατασκευές που χτίστηκαν πριν από το 1959, ενώ ένα ποσοστό άνω του 50% έχουν κατασκευαστεί με τον πρώτο αντισεισμικό κανονισμό που ίσχυσε από το 1959 μέχρι το 1985», επισημαίνοντας ότι συνολικά πρόκειται για περίπου το 80% του κτιριακού αποθέματος.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει ο καθηγητής του ΕΜΠ περίπου το 50% των κατασκευών είναι από οπλισμένο σκυρόδεμα, ενώ το 40% αφορά κατασκευές από τοιχοποιία, οι οποίες εμφανίζουν και τη μεγαλύτερη τρωτότητα, ιδιαίτερα όταν δεν έχουν σχεδιαστεί με αντισεισμικά κριτήρια.

Όπως υπογραμμίζει, πρόκειται για το πιο ευάλωτο τμήμα του κτιριακού αποθέματος, κυρίως στην ελληνική ύπαιθρο αλλά και σε παλαιούς αστικούς πυρήνες, όπου συναντώνται επίσης διατηρητέα και παλαιά κτίρια.

Παράλληλα, απαντώντας σε σχετικό ερώτημα, υπενθυμίζει ότι «οι ασφαλέστερες κατασκευές είναι εκείνες που έχουν μελετηθεί και κατασκευαστεί μετά το 1990, οι οποίες όμως αντιστοιχούν μόλις στο 10–15% του συνολικού κτιριακού αποθέματος». Όπως τονίζει σε άλλο σημείο της συζήτησης «το εκτιμώμενο κόστος των βλαβών σε υφιστάμενα κτίρια ανέρχεται περίπου στα 110 δισεκατομμύρια ευρώ, σε περίπτωση ενός ισχυρού σεισμού πανελλαδικά».

Τέλος, μιλώντας για τις υποδομές μεταφορών και ειδικότερα για τις γέφυρες, όπου συχνά παρατηρούνται φαινόμενα ελλιπούς συντήρησης, ο καθηγητής του ΕΜΠ επισημαίνει ότι, παρά τον κρίσιμο ρόλο τους για τη λειτουργία του συνολικού δικτύου, οι συστηματικοί έλεγχοι παραμένουν περιορισμένοι.

 

Πίσω στην Κορυφή