Της Δέσποινας Τριανταφυλλοπούλου
Η επιστολή των πέντε βουλευτών της ΝΔ που είδε χθες το φως της δημοσιότητας σε ένα Μέσο όχι και τόσο… φιλικό απέναντι στην κυβέρνηση είναι προφανές ότι φέρνει σε δεύτερη μοίρα αυτό καθ` αυτό το περιεχόμενο της, αφού μοιάζει περισσότερο με την αφορμή παρά την πραγματική αιτία… Ανοίγει πλέον σοβαρά το εσωτερικό ζήτημα για την επόμενη μέρα στη Νέα Δημοκρατία αφού οι πέντε βουλευτές λειτούργησαν ως προπομπός εσωκομματικός εξελίξεων τόσο προς την πλευρά του Αντώνη Σαμαρά όσο και του Νίκου Δένδια και το ερώτημα εάν θα το «τραβήξουν» ή όχι μένει να απαντηθεί από τα γεγονότα.
Το αν μάλιστα αυτό θα επιταχύνει τις εκλογές φαίνεται παραμένει πάντα ερωτηματικό αλλά δίνει ένα βάσιμο σενάριο για επίσπευση ενεργειών αλλά και εάν πρόκειται για …αποσταθεροποίηση ή …διαπραγμάτευση στο εσωτερικό του κόμματος.
Την ίδια ώρα που οι συζητήσεις κορυφώνονται σε σχέση με την κίνηση Σαμαρά που φέρεται ότι πριν το καλοκαίρι προχωρά στη δημιουργία νέου κόμματος και με δεδομένο το κόμμα Καρυστινού και την επιστροφή Τσίπρα, έχουμε ένα εντελώς νέο πολιτικό σκηνικό απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη που μέχρι πρότινος έμοιαζε να «παίζει» χωρίς αντίπαλο.
Πέραν όμως της σπουδαιότητας σε εθνικό επίπεδο, το γεγονός ότι μεταξύ των πέντε την επιστολή συνυπογράφει ο Αχαιός πρώην υπουργός και σημερινός βουλευτής Ανδρέας Κατσανιώτης, γνωστός άλλωστε για την καλή σχέση που διατηρεί με τον Αντώνη Σαμαρά, η όποια εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Αχαϊα και την ενδεχόμενη… μεταβολή του σκηνικού!
Παράλληλα μένει να απαντηθεί και η στάση Δένδια, αν δηλαδή οι όποιες ενέργειες Σαμαρά θα είναι σε συνάρτηση – συνεννόηση ή εάν αυτές οι δύο τάσεις μέσα στο κόμμα θα «συναντηθούν»
Την ίδια ώρα πάντως χθες από το Μαξίμου είχε γίνει πολύ μεγάλη κινητοποίηση για το προσυνέδριο του Ναυπλίου αφού έχουμε πλέον ένα εντελώς διαφορετικό ρευστό πολιτικό σκηνικό με το ενδιαφέρον να στρέφεται κυρίως στο εσωτερικό της ΝΔ…
Μητσοτάκης: Πήραμε 36 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, δεν θα είχαν επενδυθεί χωρίς επιτελικό κράτος
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης σήκωσε πάντως το «γάντι» και ξεκίνησε την τοποθέτησή του στο προσυνέδριο της Νέας Δημοκρατίας στο Ναύπλιο με… μήνυμα για το επιτελικό κράτος!
«Πήραμε 36 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης επ’ ωφελεία των Ελλήνων πολιτών – τα χρήματα αυτά δεν θα είχαν επενδυθεί χωρίς επιτελικό κράτος και σφιχτό συντονισμό» ανέφερε στην πρώτη του παρέμβαση σε πάνελ συζήτησης μαζί με τρεις επιχειρηματίες.
«Αν πιστεύει κάποιος ότι αυτά τα λεφτά θα μπορούσαν είχαν χρησιμοποιηθεί, επενδυθεί χωρίς επιτελικό κράτος και χωρίς σφιχτό συντονισμό, ας έρθει να μου το πει» σχολίασε και πρόσθεσε: «Πολλοί δεν θυμόμαστε πώς ήταν το κράτος πριν το 2019. Γιατί θεωρούμε αυτό που πετύχαμε κεκτημένο. Δεν ήταν καθόλου αυτονόητη η διαδρομή. Αυτή η προσήλωση στον στόχο μας υποχρεώνει να θέτουμε πιο φιλόδοξους στόχους».
«Το 2030 θα γιορτάσουμε τα 200 χρόνια από την σύσταση του ελληνικού Κράτους και ενόψει των εκλογών του 2027 πρέπει όλοι να αναλογιστούμε που ήμασταν αλλά και που θέλουμε να φτάσουμε», σημείωσε.
Θεωρητικά ο λόγος της επιστολής των πέντε ήταν το επιτελικό κράτος
Στην επιστολή που υπογράφουν ο Αχαιός βουλευτής Ανδρέας Κατσανιώτης και οι Αθανάσιος Ζεμπίλης, Ξενοφών Μπαραλιάκος, Γιάννης Οικονόμου και Ιωάννης Παππάς, αναφέρεται πως ενώ το επιτελικό κράτος αποδίδει σε συνθήκες κρίσεων, «δεν αποδεικνύεται το ίδιο αποτελεσματικό σε περιόδους ομαλότητας».
Στην επιστολή των 5 βουλευτών: «Για ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης, που θα φέρει τα κέντρα λήψης αποφάσεων πιο κοντά στην κοινωνία των πολιτών αναφέρεται: «Η αναζωπύρωση της υπόθεσης του ΟΠΕΚΕΠΕ, οι παραιτήσεις υπουργών και υφυπουργών και τα αλλεπάλληλα αιτήματα άρσης ασυλίας βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας είναι, μεταξύ άλλων, μία υπενθύμιση.
Υπενθύμιση αναδρομής στο πρώτο νομοθέτημα της αυτοδύναμης κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, που καθιέρωσε ένα συγκεκριμένο μοντέλο διακυβέρνησης. Το επιτελικό κράτος, το οποίο λοιδορήθηκε, αποτέλεσε πολιτικό επιχείρημα άσκησης κριτικής, αλλά λειτούργησε και συνεχίζει να λειτουργεί. Εκείνο που καλούμαστε να αναλογιστούμε είναι αν μπορούμε να βελτιώσουμε το επιτελικό κράτος και να ενισχύσουμε την αρχιτεκτονική ενός μοντέρνου και λειτουργικού κράτους, που να ανταποκρίνεται αποτελεσματικά στις ανάγκες του σήμερα. Να αναστοχαστούμε το επιτελικό κράτος και τον τρόπο λειτουργίας του, ιδίως με την πάροδο των περίπου επτά ετών, ως προτύπου διαχείρισης της εξουσίας στη χώρα.
Ένα βασικό συμπέρασμα είναι ότι ενώ το επιτελικό κράτος είναι αποτελεσματικό σε συνθήκες μεγάλων κρίσεων, δεν αποδεικνύεται το ίδιο αποτελεσματικό σε περιόδους ομαλότητας. Επίσης, γεννά ενίοτε ζητήματα θεσμικής ανισορροπίας, που δεν συνάδουν με μια ώριμη κοινοβουλευτική δημοκρατία, όπως διαμορφώθηκε μεταπολιτευτικά, με βάση κυρίως τις αρχές και τις αξίες της παράταξής μας».
Τονίζουν ότι: «Ο Νόμος 4622/2019 για το «Επιτελικό Κράτος» αποτέλεσε μια μεγάλη διοικητική μεταρρύθμιση συντονισμού, ταχύτητας και λογοδοσίας. Είναι όμως αδιαμφισβήτητο ότι στην πορεία προκάλεσε υπερσυγκέντρωση εξουσιών σε μικρούς πυρήνες. Μετέφερε όλο και περισσότερη βαρύτητα στο κέντρο, ενίσχυσε τον στενό πυρήνα γύρω από την κορυφή της Κυβέρνησης και περιόρισε την αυτοτέλεια των υπουργείων και ιδιαίτερα της κοινοβουλευτικής ομάδας, σε σύγκριση με το μέτρο των θεσμικών τους καθηκόντων. Η συγκέντρωση της εξουσίας έγινε στο όνομα της αποτελεσματικότητας. Αλλά σήμερα μπορούμε να πούμε ότι δεν έχει σημασία μόνο το τι κάνεις, αλλά και ο τρόπος που το κάνεις. Και στη δημοκρατία το δεύτερο είναι ίσως σημαντικότερο από το πρώτο. Οι θεσμοί πρέπει να είναι αποτελεσματικοί, αλλά με τρόπο που δεν αφήνουν χώρο για δυσλειτουργίες και παραφωνίες. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι, στη μεγάλη εικόνα, το επιτελικό κράτος δεν κατάφερε να ελέγξει πλήρως τα φαινόμενα διαφθοράς εντός του κράτους και της κοινωνίας.
Στο σημείο αυτό υπάρχει μια αντίφαση. Το επιτελικό κράτος διεκδικεί τον απόλυτο έλεγχο, πιστώνεται τις επιτυχίες, αλλά όταν εμφανίζονται σοβαρές παθογένειες, η ευθύνη διαχέεται προς τα κάτω και ιδιαίτερα προς τους βουλευτές. Αυτή η πρακτική δεν υπάρχει σε εγχειρίδια ηγεσίας. Σήμερα, σε μια περίοδο όπου η ίδια η Κυβέρνηση προχωρά σε διορθωτικές κινήσεις, υπό την πίεση δικαστικών εξελίξεων, χρειάζεται να συζητήσουμε για το επιτελικό κράτος. Μια συζήτηση που προέκυψε του διαλόγου για τη συνταγματική αναθεώρηση. Σκοπός είναι να αποκτήσουμε μια νέα δυναμική, να πάμε ακόμα πιο μπροστά, καθώς η κοινωνία παραμένει πεπεισμένη ότι μόνο η ΝΔ και ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης μπορούν να εξασφαλίσουν σταθερότητα και ευημερία»
Αναφέρουν ότι: «Συχνά ακούγεται το ένα αντεπιχείρημα: ότι οι εξωκοινοβουλευτικοί τεχνοκράτες υπουργοί δεν βαρύνονται από τη φθορά του παραδοσιακού βουλευτικού γραφείου, δεν έχουν περάσει από τη λογική της πελατειακής πίεσης και δεν έχουν οικοδομήσει την καριέρα τους πάνω σε μικροεξυπηρετήσεις. Ωστόσο, είναι τουλάχιστον άδικο να μετακυλίεται το ανάθεμα σε εκείνους που επιλέγουν οι πολίτες να τους εκπροσωπούν με την ψήφο τους, εντός ενός συστήματος που όλοι αποδοκιμάζουν, για να ασκούν μετά υπέρμετρη εξουσία οι μη εκλεγμένοι.
Κανείς βουλευτής δεν επιθυμεί να μετατρέπεται, από εθνικός νομοθέτης και ελεγκτής, σε διαχειριστή αιτημάτων και εξυπηρετήσεων. Η λύση δεν είναι η παράκαμψη της κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης από κλειστό κέντρο τεχνοκρατικής διαχείρισης, γιατί ούτε τόσο αποτελεσματική είναι σε περιόδους ομαλότητας, ούτε θεσμικά υπεύθυνη, ούτε βρίσκεται σε καθημερινή επαφή με τους πολίτες» και σημειώνουν μεταξύ άλλων ότι: «Αυτό που χρειάζεται είναι νέος ρόλος για τον βουλευτή. Να μην εκλαμβάνεται σαν (ρουσφετιακά) γραφείο εξυπηρέτησης και μεσάζοντας. Να είναι ο βουλευτής ο φορέας της θεσμικής πίεσης, του κοινοβουλευτικού ελέγχου, της πολιτικής συνδιαμόρφωσης και της ουσιαστικής εκπροσώπησης της κοινωνίας, ιδίως της περιφέρειας. Ένας βουλευτής που δεν θα μετρά την επιρροή του από το πόσες υποθέσεις «διευκόλυνε», αλλά από το αν μπόρεσε να αλλάξει πολιτικές, να επιβάλει λογοδοσία και να φέρει τη φωνή της πραγματικής χώρας στο κέντρο λήψης των αποφάσεων.
Γιατί η ελληνική περιφέρεια δεν αποδυναμώνεται μόνο όταν χάνει υπουργικά χαρτοφυλάκια προς όφελος του αθηνοκεντρικού κράτους. Αποδυναμώνεται, κυρίως, όταν χάνει τη θεσμική της δυνατότητα να επηρεάζει στη χάραξη πολιτικής, όταν δεν συμμετέχει ισότιμα στη διανομή του πλούτου, όταν οι αποφάσεις λαμβάνονται όλο και πιο μακριά από τους ανθρώπους που γνωρίζουν το πεδίο, όταν η εμπειρία της πραγματικής παραγωγής, της τοπικής οικονομίας της περιφέρειας και της ζώσας κοινωνίας μετατρέπεται σε «δεδομένο» για επεξεργασία και όχι σε ζωντανό παράγοντα διαμόρφωσης της πολιτικής.
Η χώρα δεν χρειάζεται απλώς αλλαγές προσώπων. Ο Πρωθυπουργός μας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, από το 2016 επιμένει στους θεσμούς. Σήμερα μπορούμε να επαναξιολογήσουμε από κοινού το επιτελικό κράτος, το οποίο μέχρι σήμερα αξιολογείται από τον εαυτό του, στη βάση ποσοτικών και όχι ποιοτικών δεικτών.
Χρειαζόμαστε, ως κόμμα και Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας, μια πιο αποκεντρωμένη και θεσμικά ισορροπημένη αρχιτεκτονική, με αυξημένη λογοδοσία. Με ισχυρά υπουργεία, με ενισχυμένο κοινοβουλευτικό έλεγχο, με πραγματική συμμετοχή της περιφέρειας, με σαφείς αρμοδιότητες και πραγματική πολιτική ευθύνη. Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από ένα κράτος όπου λίγοι αποφασίζουν για όλους, χωρίς να δίνουν άμεσα λόγο στον λαό. Έχει ανάγκη από ένα κράτος που συντονίζεται χωρίς να ασφυκτιά και κυβερνά χωρίς να αποκόπτεται από την κοινωνία των πολιτών».
