Σε μια υπόθεση με 57 νεκρούς, η αλήθεια δεν μπορεί να παραμένει ξεχασμένη σε ένα συρτάρι.
Τρία χρόνια μετά την τραγωδία των Τεμπών, οι οικογένειες των θυμάτων συνεχίζουν να ζητούν δικαιοσύνη και πλήρη διαλεύκανση των συνθηκών που οδήγησαν στη μεγαλύτερη σιδηροδρομική τραγωδία της χώρας.
Οι καταγγελίες ότι κρίσιμα στοιχεία της υπόθεσης παραμένουν εκτός δικογραφίας αποκτούν πλέον νέα βαρύτητα, καθώς έρχονται στο φως πληροφορίες που προκαλούν σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο διεξήχθη η ανακριτική διαδικασία.
Το θέμα αυτό τέθηκε στο επίκεντρο της τηλεοπτικής εκπομπής «Το Μαξίμου Ακούει;» του Νίκου Ι. Νικολόπουλου, όπου φιλοξενήθηκε ο εκδότης της εφημερίδας One Voice και γνωστός ερευνητικός δημοσιογράφος Νίκος Μανεσιώτης. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης παρουσιάστηκαν στοιχεία και πληροφορίες που φέρονται να δείχνουν ότι σημαντικό οπτικοακουστικό υλικό δεν είχε συμπεριληφθεί στη δικογραφία της υπόθεσης.
Σύμφωνα με τις αποκαλύψεις που παρουσιάστηκαν, περίπου 392 GB οπτικοακουστικού υλικού – φωτογραφίες, βίντεο και άλλα ψηφιακά αρχεία – φέρεται να παρέμειναν εκτός της δικογραφίας. Το γεγονός αυτό, εάν επιβεβαιωθεί, εγείρει κρίσιμα ερωτήματα για τη διαδικασία συλλογής και αξιολόγησης αποδεικτικών στοιχείων και για τον ρόλο όσων είχαν την ευθύνη της τεχνικής πραγματογνωμοσύνης. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην εκπομπή, το Πλημμελειοδικείο
Λάρισας φέρεται να προχώρησε σε κατάσχεση σκληρού δίσκου από πραγματογνώμονα, ενώ η Αστυνομία έφθασε μέχρι την οικία του για να κατασχέσει τον φορητό του υπολογιστή. Πρόκειται για εξελίξεις που προκαλούν εύλογο προβληματισμό για το πώς εξελίχθηκε η ανακριτική διαδικασία τα προηγούμενα χρόνια και γιατί τέτοιες ενέργειες δεν έγιναν εξαρχής.
Ο Νίκος Μανεσιώτης υποστήριξε ότι ο ρόλος των πραγματογνωμόνων υπήρξε καθοριστικός για την πορεία της υπόθεσης. Όπως σημείωσε χαρακτηριστικά, χωρίς τη διαχείριση των στοιχείων από τους τεχνικούς συμβούλους και τους πραγματογνώμονες δεν θα μπορούσε να διαμορφωθεί η εικόνα που σήμερα έχει η κοινή γνώμη για το δυστύχημα.
Το βασικό ερώτημα που τίθεται πλέον είναι σαφές: πώς είναι δυνατόν σε μια υπόθεση τέτοιας σοβαρότητας να υπάρχουν καταγγελίες για υλικό που δεν εντάχθηκε στη δικογραφία; Και ποιος φέρει την ευθύνη για την πληρότητα ή την ελλιπή παρουσίαση των αποδεικτικών στοιχείων;
Στην ίδια συζήτηση έγινε αναφορά και στην ετήσια έκθεση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για το 2025, η οποία καταγράφει μια ιδιαίτερα ανησυχητική εικόνα για τη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, βρίσκονται σε εξέλιξη 175 έρευνες που σχετίζονται με πιθανές παρατυπίες ή απάτες εις βάρος του κοινοτικού προϋπολογισμού, με εκτιμώμενη ζημία που φθάνει τα 2,68 δισεκατομμύρια ευρώ.
Μόνο μέσα στο 2025 άνοιξαν 117 νέες υποθέσεις με εκτιμώμενη ζημία άνω του ενός δισεκατομμυρίου ευρώ. Η σύγκριση με το 2023 είναι ενδεικτική της αύξησης του φαινομένου, καθώς τότε οι ενεργές έρευνες ήταν μόλις 53 με εκτιμώμενη ζημία περίπου 700 εκατομμύρια ευρώ. Μέσα σε δύο χρόνια, οι υποθέσεις υπερτριπλασιάστηκαν, γεγονός που αποτυπώνει το μέγεθος των προβλημάτων στη διαχείριση ευρωπαϊκών πόρων.
Τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν απλώς μια στατιστική καταγραφή. Αντίθετα, αναδεικνύουν την ανάγκη για ισχυρότερους μηχανισμούς ελέγχου, διαφάνεια και ουσιαστική λογοδοσία. Όταν τα ποσά που ερευνώνται φθάνουν σε δισεκατομμύρια ευρώ, το ζήτημα δεν είναι μόνο οικονομικό αλλά βαθιά θεσμικό και πολιτικό.
Ο Νίκος Ι. Νικολόπουλος, Πρόεδρος του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος Ελλάδος, δήλωσε:
«Η ελληνική κοινωνία απαιτεί πλήρη διαφάνεια. Η τραγωδία των Τεμπών δεν είναι απλώς ένα δυστύχημα που πέρασε στην ιστορία. Είναι μια ανοιχτή πληγή για την ελληνική κοινωνία και ένα τεστ αξιοπιστίας για τη λειτουργία των θεσμών.
Δεν μπορεί η μεγαλύτερη σιδηροδρομική τραγωδία της χώρας να πνίγεται μέσα σε χαμένα αρχεία, κρυμμένους σκληρούς δίσκους και σιωπή. Η αλήθεια πρέπει να αποκαλυφθεί πλήρως και οι υπεύθυνοι να λογοδοτήσουν, όποιοι κι αν είναι.
Η δημοκρατία δεν λειτουργεί με μισές αλήθειες. Λειτουργεί με πλήρη διαφάνεια, με λογοδοσία και με σεβασμό απέναντι στους πολίτες και ιδιαίτερα στις οικογένειες των θυμάτων που περιμένουν ακόμη δικαιοσύνη».
