Διάγγελμα Κυριάκου Μητσοτάκη για τη Συνταγματική Αναθεώρηση
Προ των πυλών φαίνεται πως βρίσκεται η έναρξη της διαδικασίας για τη Συνταγματική Αναθεώρηση με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη να πραγματοποιεί σχετικό διάγγελμα δίνοντας τη γραμμή της κυβέρνησης για τις όλες τις αλλαγές που αναμένονται να γίνουν για το Σύνταγμα.
Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά μαζί με το διάγγελμα του πρωθυπουργού θα δοθεί στη δημοσιότητα η σχετική επιστολή προς τους βουλευτές της ΝΔ, ώστε να ξεκινήσει πρώτα η εσωτερική διαβούλευση για την τελική διαμόρφωση της πρότασης για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, η οποία στη συνέχεια θα τεθεί προς συζήτηση με τα κόμματα.
Επισημαίνεται ότι η συνταγματική αναθεώρηση που προτείνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αφορά στην αλλαγή υποδείγματος διακυβέρνησης. Πληροφορίες αναφέρουν πως η διαδικασία για τη Συνταγματική Αναθεώρηση θα ξεκινήσει άμεσα από την τρέχουσα Βουλή, με στόχο να ολοκληρωθεί από την επόμενη, όπως προβλέπει το Σύνταγμα.
Ολόκληρο το μήνυμα του Κυριάκου Μητσοτάκη:
«Σήμερα ανοίγουμε τον διάλογο για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, κάνοντας πράξη μία ακόμη θεσμική μας δέσμευση. Ως Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, θέλησα να έχω πρώτα τις απόψεις της Κοινοβουλευτικής μας Ομάδας. Έτσι, απευθύνομαι με επιστολή μου στα μέλη της, ώστε οι θέσεις τους να ενσωματωθούν στην τελική μας εισήγηση μέσα στον Μάρτιο. Πρόκειται, άλλωστε, για ένα ζήτημα το οποίο αφορά συνολικά τη δημόσια ζωή, αλλά, τελικά, και τον κάθε πολίτη ξεχωριστά.
Είναι αλήθεια ότι επί 50 χρόνια το Σύνταγμα του 1975 εξασφάλισε ομαλότητα και πολιτική σταθερότητα. Είναι ένα κείμενο «ζωντανό». Δεν παύει, ωστόσο, να ανήκει στον 20ό αιώνα. Συνεπώς, είναι καιρός να τολμήσουμε μεγάλες τομές, που θα ενισχύουν το κύρος των θεσμών και την εμπιστοσύνη των πολιτών, εισάγοντας ρυθμίσεις για την καλύτερη λειτουργία του πολιτεύματος απέναντι στις μεγάλες προκλήσεις της εποχής και συμβαδίζοντας με νέα δεδομένα, όπως η τεχνητή νοημοσύνη και η κλιματική κρίση.
Είναι γνωστό ότι πιστεύω βαθιά στην αποφασιστικότερη συμμετοχή τακτικών δικαστών σε υποθέσεις τυχόν ποινικής ευθύνης Υπουργών ενώ αυτοί ασκούν τα καθήκοντά τους. Την αλλαγή του άρθρου 86, άλλωστε, την υπερασπίζομαι εδώ και 20 χρόνια. Το ίδιο σαφής είναι και η προσήλωσή μου στη μάχη με το «βαθύ κράτος». Γιατί μία δημόσια διοίκηση φιλική και αποτελεσματική πρέπει, πλέον, να έχει ως κινητήρια δύναμη τη διαρκή αξιολόγηση και να θέσει την έννοια της μονιμότητας σε μία εντελώς νέα βάση.
Έχω στηρίξει, επίσης, την άρση του αναχρονιστικού μονοπωλίου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, με την ίδρυση και μη κρατικών πανεπιστημίων. Όπως και την προστασία του θεσμού του Προέδρου της Δημοκρατίας, με την καθιέρωση μίας και μόνο εξαετούς θητείας. Ενώ έχω εισηγηθεί και τη μεγαλύτερη, πιο ουσιαστική συμμετοχή των ίδιων των δικαστών στην επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, μία πρόσθετη θωράκιση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης.
Επαναλαμβάνω ότι πρόθεσή μας είναι μία γενναία, μία τολμηρή Συνταγματική Αναθεώρηση, που θα απαντά στις ανάγκες των εξελίξεων. Γι’ αυτό θα πρέπει, οπωσδήποτε, να προβλέπει και δικλίδες οι οποίες θα εγγυώνται τη μόνιμη δημοσιονομική ισορροπία, τη συνεπή κυβερνητική δράση αλλά και την ορθότητα των κομματικών υποσχέσεων, ώστε η χώρα να μην διολισθήσει ποτέ ξανά στα επικίνδυνα μονοπάτια του λαϊκισμού. Αυτά που κρύβουν τις ολέθριες συνέπειες που προκαλούν. Κάτι που, δυστυχώς, έχουμε πληρώσει ακριβά.
Μοιράζομαι λοιπόν μαζί σας αυτές τις πρώτες σκέψεις, καλώντας κόμματα και πολίτες σε έναν εποικοδομητικό προβληματισμό. Με θετικές προτάσεις και αίσθηση της κοινής ευθύνης απέναντι στην πατρίδα και στο μέλλον. Ένα αίτημα της ίδιας της κοινωνίας, που αναζητά ευρύτερες συναινέσεις. Με επιχειρήματα ουσίας πέρα από κομματικές σκοπιμότητες και στόχο μία σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατία. Ένα δυναμικό βήμα προόδου που πρέπει αλλά και μπορούμε να κάνουμε όλοι μαζί.
Εξάλλου, το ίδιο το Σύνταγμα μας επιβάλλει να αναζητήσουμε συναινέσεις αν θέλουμε πραγματικά να πετύχουμε τις μεγάλες αλλαγές που χρειάζεται ο καταστατικός μας χάρτης.
Εύχομαι η διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης να αποτελέσει μια απάντηση στην τοξικότητα και τη στείρα κομματική περιχαράκωση που διακρίνει το πολιτικό μας σύστημα».
Πώς εκκινεί η διαδικασία, ποιες οι απαιτούμενες συναινέσεις και πώς ψηφίζεται η αλλαγή του Συντάγματος
Λίγα χρόνια μετά την τελευταία αναθεώρηση του 2019, το «αυστηρό» ελληνικό Σύνταγμα μπαίνει σε διαδικασία αναθεώρησης, μια εξέλιξη που προϋποθέτει χρόνο, πολλαπλές διαδικασίες και κυρίως συναίνεση μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων.
Και αυτό γιατί για ν’ αλλάξει οποιαδήποτε από τα 121 άρθρα του Συντάγματος θα πρέπει η αναθεωρητέα διάταξη να λάβει τουλάχιστον 180 θετικές ψήφους. Αυτό συμβαίνει καθώς ο συντακτικός νομοθέτης αντιλαμβανόμενος τη σημασία των διατάξεων απαιτεί τουλάχιστον τα 3/5 του συνόλου των βουλευτών να συναινέσουν προς αυτή τη κατεύθυνση ανεξαρτήτως της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας ή ευρύτερης κατάστασης.
Εφόσον λοιπόν κατατεθεί πρόταση υπογεγραμμένη από τουλάχιστον 50 βουλευτές η Βουλή- που μετατρέπεται σε προτείνουσα- οφείλει να καθορίσει τον χρόνο λειτουργίας της επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος η οποία και θα επιφορτιστεί με την επεξεργασία των άρθρων του Συντάγματος που θα τεθούν προς ψήφιση.
Στην παρούσα Βουλή, μόνο η ΝΔ έχει τον απαιτούμενο αριθμό βουλευτών για να εκκινήσει τη διαδικασία και οποιαδήποτε άλλη παράταξη θελήσει να καταθέσει δικές της προτάσεις θα πρέπει να έρθει σε συνεννόηση με έτερη κοινοβουλευτική ομάδα προκειμένου να συγκεντρωθούν οι 50 υπογραφές.
Ακόμα και έτσι πάντως, η επιτροπή αναθεώρησης που συνήθως έχει διακομματικό προεδρείο, είθισται να λαμβάνει υπόψη τις προτάσεις που καταθέτουν τα κόμματα στο εσωτερικό της ανεξαρτήτως υπογραφών, αν και για να εγκριθεί η όποια πρόταση θα πρέπει να λάβει την έγκριση της πλειοψηφίας της επιτροπής (ΝΔ).
Η συσταθείσα επιτροπή αναθεώρησης θα καταθέσει στην Ολομέλεια τα άρθρα του Συντάγματος που θεωρεί ότι θα πρέπει να τεθούν στη βάσανο της ψηφοφορίας.
Η παρούσα- προτείνουσα Βουλή λοιπόν, θα προχωρήσει σε δύο ψηφοφορίες με απόσταση τουλάχιστον ενός μήνα μεταξύ τους προκειμένου εκείνα τα άρθρα που θα λάβουν τουλάχιστον 151 θετικές ψήφους να πάρουν και την έγκριση της εθνικής αντιπροσωπείας για να περάσουν στην επόμενη φάση της διαδικασίας. Όσα άρθρα στις δύο αυτές ψηφοφορίες λάβουν κάτω από 151 ψήφους (δεν στηριχθούν δηλαδή από την πλειοψηφία της Βουλής) αποκλείονται και δεν θα συμμετάσχουν στην τρίτη και τελική ψηφοφορίας στη Βουλή που θα συγκροτηθεί μετά τις εθνικές εκλογές. Στην τελευταία αυτή ψηφοφορία όλα τα άρθρα θα πρέπει να λάβουν 180 θετικές ψήφους για να εγκριθούν οι προωθούμενες αλλαγές, εκτός αν αυτή η ενισχυμένη πλειοψηφία έχει συγκεντρωθεί στις δύο προηγούμενες, οπότε και αρκεί η απλή πλειοψηφία των 151.
Για παράδειγμα, αν το άρθρο 86 για την ποινική ευθύνη των υπουργών, λάβει στις δύο ψηφοφορίες της παρούσας-προτείνουσας Βουλής, 180 ψήφους θα αρκεί η επικύρωσή της στην επόμενη, αναθεωρητική Βουλή από 151 για ν’ αλλάξει. Αν όμως στις δύο πρώτες ψηφοφορίες δεν συγκεντρώσει τους 180, θα πρέπει αυτό να το επιτύχει στην τελευταία. Διαφορετικά απορρίπτεται και το περιεχόμενο του άρθρου μένει ως έχει.
Η μεγάλη διαφορά μεταξύ της προτείνουσας – παρούσας και αναθεωρητικής- επόμενης βουλής είναι πως η πρώτη αποφασίζει για τα άρθρα που θα αναθεωρηθούν και η επόμενη για το περιεχόμενό τους. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως οποιοδήποτε άρθρο τεθεί σε αναθεώρηση στην παρούσα βουλή και λάβει 180 θετικές ψήφους θα μπορεί να αναθεωρηθεί από την επόμενη Βουλή με το περιεχόμενο που η επόμενη κυβέρνηση θελήσει. Θα μπορούσε δηλαδή το άρθρο 86 να αναθεωρηθεί στην επόμενη Βουλή με περιεχόμενο εντελώς διαφορετικό από αυτό που συζητείται σήμερα με τις παρούσες πολιτικές συνθήκες.
Κάτω από το παραπάνω πρίσμα καθίσταται σαφές πως τα κόμματα θα πρέπει να βρουν μια κοινή συνισταμένη και να συμφωνήσουν σε ένα πλαίσιο αναθεωρητέων άρθρων, χωρίς όμως να είναι βέβαιο ότι κάτι τέτοιο μπορεί να έχει και το ουσιαστικό αποτύπωμα στο τελικό αποτέλεσμα.
Η κυβέρνηση θα μπορούσε να προωθήσει όποια άρθρα αυτή επιθυμεί με την πλειοψηφία που διαθέτει αν και κάτι τέτοιο θα έδειχνε και την ματαιότητα της όλης διαδικασίας ή μια πρόθεση πολιτικάντικης διαχείρισης της κορυφαίας θεσμικής διαδικασίας καθώς η πλειοψηφία των 180 απαιτείται σε κάθε περίπτωση. Αντίστοιχα, τα κόμματα της αντιπολίτευσης είναι δύσκολο να δεχθούν να δώσουν από τώρα στην επόμενη κυβέρνηση “λευκή επιταγή” να καθορίσει το περιεχόμενο των αναθεωρητέων άρθρων όπως αυτή το επιθυμεί.
