Ευθεία επίθεση κατά του δικηγορικού σώματος εξαπέλυσε ο πρόεδρος της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων (ΕνΔΕ), Χριστόφορος Σεβαστίδης

Γιώργος Ρούσσος

 

Ευθεία επίθεση κατά του δικηγορικού σώματος εξαπέλυσε ο πρόεδρος της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων (ΕνΔΕ), Χριστόφορος Σεβαστίδης.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Κώδικα Δικηγόρων (Νόμος 4194/2013 όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 5221/2025) “Ο δικηγόρος είναι δημόσιος λειτουργός. Το λειτούργημά του αποτελεί θεμέλιο του κράτους δικαίου”, ενώ κατ’ άρθρο 2: “Ο δικηγόρος είναι συλλειτουργός της δικαιοσύνης. Η θέση του είναι θεμελιώδης, ισότιμη, ανεξάρτητη και αναγκαία για την απονομή της”.

Το πρόβλημα δεν είναι οι προσωπικές απόψεις του κου Σεβαστίδη.

Το πρόβλημα έγκειται ότι τις απόψεις του εξέφρασε σε συνέδριο της ΕνΔΕ .

Και το ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα έγκειται στην επικινδυνότητα της γενίκευσης.

Θέλω να πιστεύω ότι τις απόψεις του δεν ενστερνίζεται η μεγάλη πλειοψηφία των Δικαστών και Εισαγγελέων της χώρας. Διαφορετικά  ο ανεξάρτητος μηχανισμός του συστήματος απονομής της Δικαιοσύνης , όπως τον δόμησε το ισχύον Σύνταγμα και οι εφαρμοστικοί Νόμοι, πάσχει σοβαρής δυσλειτουργίας η οποία δεν πρέπει να αγνοηθεί από όλους τους παράγοντες που φέρουν την ευθύνη για την εύρυθμη λειτουργία της.

 

Τι είπε λοιπόν ο συνδικαλιστής δικαστικός λειτουργός;:

  1. Ο κ. Σεβαστίδης συνέδεσε τη στάση των δικηγόρων με τις επικείμενες εκλογές στους Δικηγορικούς Συλλόγους, κάνοντας λόγο για «περιστατικά φαινομένων δικηγόρων που, δεν διστάζουν να αξιοποιούν κάθε είδους συκοφαντία και χυδαιότητα σε βάρος δικαστικών λειτουργών, ακόμα και κατά τη διάρκεια μιας ακροαματικής διαδικασίας».

Κε Πρόεδρε , γνωρίζετε καλύτερα από μένα ότι ο Δικαστής είναι εξοπλισμένος με όλα τα εχέγγυα για την τήρηση της διαδικασίας στο ακροατήριο  και   βεβαίως της νομικής προστασίας από κάθε είδους συκοφαντία και χυδαιότητα, όπως και όλοι οι Έλληνες πολίτες.  Αν η ενάσκηση των ανωτέρω δικαιωμάτων σας  προβληματίζει είτε ως δοκιμασία είτε  ως οικονομική επιβάρυνση, φανταστείτε την δυσχέρεια του μέσου πολίτη.

 

  1. Και συνέχισε «δικαιολογούμε τέτοιες απαράδεκτες συμπεριφορές, με την δικαιολογία πως πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά είτε διότι τάχα εντάσσονται στο υπερασπιστικό δικαίωμα, είναι μία από τις πολλές αιτίες υπονόμευσης της αξιοπιστίας της δικαιοσύνης στον λαό».

 

  1. Αναγνωρίζοντας πως «η μεγάλη πλειοψηφία των υποψηφίων αντιστάθηκε στην πίεση που μεθοδευμένα ασκήθηκε από ορισμένους», ο κ. Σεβαστίδης κάλεσε τους δικηγόρους «να μην παρασύρονται από την συγκυρία ούτε να τοποθετούν τη συναδελφική αλληλεγγύη πάνω από την υπεράσπιση του κύρους της Δικαιοσύνης. Ο σεβασμός μιας δικαστικής απόφασης προϋποθέτει τον σεβασμό της προσωπικότητας του δικαστή που την εκδίδει».

Κε Πρόεδρε ο σεβασμός κερδίζεται , δεν επιβάλλεται. Και κυρίως δεν είναι μονομερής, αντίθετα εδράζεται στην αμφίδρομη  σχέση αλληλοσεβασμού ανάμεσα στους εφαρμοστές του Δικαίου και τους δικηγόρους ως συλλειτουργούς της Δικαιοσύνης.

Όμως ο σεβασμός πρέπει να εμπνέεται και από ολόκληρο το δικαιικό σύστημα , χωρίς να εξαιρείται από την ευθύνη προς τούτο η Πολιτεία. Η οποία με τον τρόπο που ασκεί την εξουσία είτε την εκτελεστική (μέσω οικογενειοκρατίας, βουλευτικής ασυλίας, μη ευθύνης υπουργών) είτε την νομοθετική (μέσω της άκρατης πολυνομίας, της συγκυριακής θέσπισης κανόνων, της υποστελέχωσης των δικαστηριακών καταστημάτων που έχει ως συνέπεια υπερδεκαετείς προσδιορισμούς δικασίμων)   ,  εξελίσσεται σε σημαντικό παράγοντα κλονισμού του περί Δικαίου αισθήματος  των πολιτών.

Και φτάνουμε στο δια ταύτα:

«εάν αρνούνται να αναλάβουν οι ίδιοι οι Δικηγορικοί Σύλλογοι την ενασχόλησή τους με βαριά πειθαρχικά αδικήματα που τελούν τα μέλη, τότε η ευθύνη για τον έλεγχο ακραίων και αντιθεσμικών συμπεριφορών δικηγόρων, θα πρέπει να περάσει στη δωσιδικία δικαστικών οργάνων».

Κε Πρόεδρε , αν νομίζετε ότι αυτή είναι η λύση, τότε βλέπετε τα πράγματα μονοσήμαντα και παραβλέπετε τις υπόλοιπες παραμέτρους κάποιες εκ των οποίων παρατέθηκαν ανωτέρω.

Εκτός αν αυτή είναι η επιδίωξη των δηλώσεων σας, δηλ να περάσει ο πειθαρχικός έλεγχος στη δωσιδικία των δικαστικών οργάνων, οπότε δεν χρήζει περαιτέρω σχολιασμού η συγκεκριμένη τοποθέτηση .

Και τούτο διότι οι όποιες ελεγκτέες συμπεριφορές δικηγόρων , αποτελούν ελάχιστες εξαιρέσεις καθότι η συντριπτική πλειοψηφία των συναδέλφων δεν απολαμβάνει υπουργικής ή βουλευτικής ασυλίας και υπ΄αυτήν την έννοια η εξαίρεση δεν μπορεί να θεμελιώσει κανόνα.

Κε Πρόεδρε ,

Έχω την τιμή να υπηρετώ την Θέμιδα επί μία 35ετία.

Σε όλη αυτή την διαδρομή συνάντησα στην μεγάλη πλειοψηφία τους εξαίρετους Δικαστές σε όλες τις βαθμίδες, που τίμησαν και τιμούν το λειτούργημα τους και κοσμούν το Δικαστικό σώμα.

Ασφαλώς υπήρχαν και μεμονωμένες περιπτώσεις ανεπαρκών αλλά και επίορκων  δικαστικών λειτουργών, άλλωστε και τα πειθαρχικά σας όργανα απομακρύνουν κάθε χρόνο ουκ ολίγους από το σώμα.

Απλά εγώ δεν θα σταθώ σε αυτούς.

Αντίθετα , τώρα στο λυκόφως της σταδιοδρομίας μου, αισθάνομαι ότι δεν δικαιούμαι να γενικεύσω ,ακριβώς για να μην εξισώσω τους πολλούς έντιμους και άξιους  Δικαστές, με τους λίγους ανίκανους και ανεπαρκείς.

Και θα κρατήσω στις μνήμες μου  τους πρώτους,  με την αγωνία ότι πρέπει να ενδυναμωθεί και να ενισχυθεί περαιτέρω από όλους τους εμπλεκόμενους ο πυλώνας της Δικαιοσύνης κατά το μέτρο της ευθύνης που αναλογεί στον καθένα , σε όλους τους χώρους και σε όλα τα επίπεδα.

Όχι μόνο με τις απαιτούμενες θεσμικές παρεμβάσεις,  αλλά και με καθημερινές πρακτικές και συμπεριφορές όλων των εμπλεκομένων  για την απονομή της, που θα συνάδουν με την ιερότητα της  αποστολής τους .

Μόνο έτσι θα ανακτηθεί το  αίσθημα εμπιστοσύνης των πολιτών προς αυτήν.

Και μόνο τότε θα μπορούμε να μιλάμε για κράτος Δικαίου , χωρίς αστερίσκους και υποσημειώσεις.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΟΥΣΣΟΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ ΑΡΕΙΩ ΠΑΓΩ

ΠΡ.  ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΔΙΚ. ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΑΙΓΙΟΥ

 

Πίσω στην Κορυφή