Ενα ΟΧΙ για το έγκλημα είς βάρος του Ελληνισμού

Του Γρηγόρη Τριανταφυλλόπουλου

Ένας τίτλος εφημερίδας που έμελλε να μείνει στην ιστορία και να εκφράσει με μια λέξη, με τρία γράμματα … το φρόνημα και το συναίσθημα ολοκλήρου του έθνους!

Το ΟΧΙ αποτελεί κορυφαία στιγμή των σύγχρονων Ελλήνων που κι αυτή δυστυχώς δεν διδάσκεται όπως πρέπει σήμερα στα σχολεία…

Η δική μου γενιά είχε την τύχη πέρα από το σχολείο, τους δασκάλους και τις σχολικές εορτές που αποτελούσαν διδαχή και «βουτιά» στον ψυχισμό των ηρώων του `40 να έχει πολύτιμο εφόδιο τις αφηγήσεις των παππούδων και των γιαγιάδων που έζησαν τα γεγονότα συνοδευόμενα από οικογενειακά κειμήλια που με ανατριχίλα κρατούσαμε στα χέρια μας αλλά πάνω από όλα τα ρίγη  από την τρεμάμενη φωνή που έσπαγε από συγκίνηση με τις αφηγήσεις του πόνου της δόξας και της θλίψης για όσους δεν γύρισαν από το μέτωπο ή γύρισαν διαλυμένοι από τις κακουχίες…

Έχοντας πάντα πολύτιμα εφόδια  στη μνήμη μου από τα παιδικά χρόνια δεν θα ξεχάσω όταν σε εορταστική έκδοση του ΑΙΓΙΟΧΟΥ δημοσίευσα δεκάδες ανέκδοτες επιστολές από το μέτωπο Αιγιαλέων στρατιωτών και για μήνες μετά με έπαιρναν συγγενείς κλαμένοι ακόμα κι από το εξωτερικό… ταχυδρομούσαμε τότε περισσότερα από 1000 φύλα σε Αμερική Καναδά και  Αυστραλία!

Και τώρα τι; Ακούω τα πρωινάδικα στην  tv που έτσι απλά σαν άλλη μια καθημερινή ημέρα ασχολούνται με τα κουτσομπολιά τις Καρντάσιανς και την εγχώρια σόου μπιζ… Αναθεμάτους κι αν έχουν πέτσα, τους διευθυντές προγράμματος που παίρνουν το χαρτάκι με το προσχεδιασμένο και συνεχές έγκλημα είς βάρος του ελληνισμού!

Δημοσιεύω ένα από τα αγαπημένα μου αρχεία που έχω γράψει άπειρα κείμενα επάνω σ`αυτό, στην πολύχρονη δημοσιογραφική μου πορεία…

Σήμερα χρέος μας μόνο να τα υπενθυμίσουμε…

Η νύχτα που ο Γκρατσι δίδει το τελεσίγραφο και το διάγγελμα λίγο μετά του Μεταξά

Ύπουλος ο φασίστας Μουσολινι δεν κράτησε ούτε τον λόγο του επιτέθηκε στις 5.30’…

Κλείσε στην ψυχή σου την Ελλάδα και θα αισθανθείς κάθε είδους μεγαλείου…έγραψε ο Διονύσιος Σολωμός!

Χρόνια πολλά Ελλάδα! Χρόνια πολλά Έλληνες..

 

 

«ΟΧΙ»

Αθήνα, 28 Οκτωβρίου 1940, ώρα 3:00 τα ξημερώματα. Ένα πολεμικό τελεσίγραφο απορρίπτεται κι ένας πόλεμος πρόκειται σε λίγες ώρες να ξεκινήσει.

Πρωταγωνιστές σ’ αυτήν την «κινηματογραφική» σκηνή ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Ιωάννης Μεταξάς και ο Ιταλός πρεσβευτής στην Αθήνα Εμανουέλε Γκράτσι ο οποίος έφτασε στο σπίτι του πρώτου στην Κηφισιά για να του επιδώσει το τελεσίγραφο με το οποίο οι Ιταλοί ζητούσαν να καταλάβουν «μερικά σημεία επί ελληνικού εδάφους σεβόμενοι την ελληνική κυριαρχία στο υπόλοιπο της επικράτειας». Η ιταλική κυβέρνηση απαιτούσε, στην πραγματικότητα, την ελεύθερη διέλευση του ιταλικού στρατού από την ελληνοαλβανική μεθόριο προκειμένου στη συνέχεια να καταλάβει κάποια στρατηγικά σημεία της Ελλάδας.

Με συγκλονιστική γλαφυρότητα και ευθύτητα αφηγείται στο βιβλίο του ο Εμμανουέλε Γκράτσι, την ιστορική ημέρα του «ΟΧΙ». Εμφανώς φορτισμένος συναισθηματικά και ο ίδιος, ο Γκράτσι αναφέρει την άσχημη ψυχολογική κατάσταση στην οποία περιήλθε ο Μεταξάς αντιλαμβανόμενος ότι ο πόλεμος της Ελλάδας με την Ιταλία ήταν αναπόφευκτος.

«Την καθορισμένη ώρα, 10 περίπου λεπτά πριν από τις 3, ο στρατιωτικός ακόλουθος ο διερμηνέας και εγώ φτάσαμε στην καγκελόπορτα της κατοικίας όπου έμενε ο πρωθυπουργός. Ο διερμηνέας της πρεσβείας μας, είπε στον φρουρό να ειδοποιήσει τον πρωθυπουργό ότι ο πρέσβης της Ιταλίας επιθυμούσε να γίνει δεκτός για μία άκρως επείγουσα ανακοίνωση. Περιμέναμε για μερικά ατελείωτα λεπτά μπροστά στην καγκελόπορτα ώσπου το κουδούνισμα ξύπνησε τον ίδιο τον Μεταξά ο οποίος έκανε την εμφάνισή του σε μία μικρή πόρτα υπηρεσίας και αναγνωρίζοντας με, διέταξε τον φρουρό να με αφήσει να περάσω. Μού έσφιξε το χέρι, με έβαλε μέσα και με άφησε να περάσω σε ένα μικρό σαλόνι και μόλις καθίσαμε, του είπα ότι η κυβέρνησή μου μού είχε αναθέσει να του κάνω μία άκρως επείγουσα ανακοίνωση και χωρίς άλλα λόγια του έδωσα το κείμενο. Ο Μεταξάς άρχισε να το διαβάζει και όταν τελείωσε την ανάγνωση με κοίταξε κατά πρόσωπο και μου είπε με φωνή λυπημένη αλλά σταθερή φωνή: «Alors, c’est la guerre!» (λοιπόν έχουμε πόλεμο).

Τού απάντησα ότι η ιταλική κυβέρνηση ήλπιζε ότι η ελληνική κυβέρνηση θα δεχόταν τα αιτήματά της και θα άφηνε να περάσουν ελεύθερα τα ιταλικά στρατεύματα τα οποία θα άρχιζαν τις μετακινήσεις τους στις 6 το πρωί. Ο Μεταξάς με ρώτησε τότε αν μπορούσα να καθορίσω τουλάχιστον ποια ήταν τα στρατηγικά σημεία επί του ελληνικού εδάφους που η ιταλική κυβέρνηση θα ήθελε να καταλάβει. Φυσικά αναγκάστηκα να του απαντήσω ότι δεν είχα την παραμικρή ιδέα. Ο Μεταξάς απάντησε: «Vous voyez bien que c’ est impossibile (βλέπετε λοιπόν πολύ καλά ότι αυτό είναι αδύνατο). Η ευθύνη του πολέμου αυτού βαρύνει αποκλειστικά την ιταλική κυβέρνηση. H κυβέρνησή σας ήξερε πολύ καλά ότι η Ελλάδα το μόνο που επιθυμούσε ήταν να παραμείνει ουδέτερη, αλλά και ότι είμαστε αποφασισμένοι να υπερασπιστούμε το εθνικό έδαφος εναντίον οποιουδήποτε». Του απάντησα ενώ σηκωνόμουν ότι ήλπιζα ακόμη ότι θα λάμβανε υπόψη του τη διαβεβαίωση που του δινόταν στη διακοίνωση σύμφωνα με την οποία η ιταλική κυβέρνηση δεν είχε καμία πρόθεση να θίξει την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ελλάδος και ότι θα γνωστοποιούσε στην πρεσβεία πριν από τις 6 ότι η χώρα του δεχόταν τα ιταλικά αιτήματα. Ο Μεταξάς δεν μου απάντησε. Με συνόδευσε στην έξοδο υπηρεσίας από την οποία είχα μπει πριν από ένα τέταρτο και όταν ήμασταν στο κατώφλι μού είπε: «Vous etes les plus forts…» (είσαστε οι πιο δυνατοί) χωρίς να αναπτύξει περισσότερο τη σκέψη του, με τη φωνή, αυτή τη φορά, βαθιά αλλοιωμένη. Με τη σειρά μου δεν ήξερα τι να απαντήσω στα λόγια αυτά και στη βαθιά λύπη που τα δονούσε. Υποκλίθηκα μπροστά του με το βαθύτερο σεβασμό και βγήκα από το σπίτι του».

Αν και σύμφωνα με το τελεσίγραφο, η επίθεση θα λάμβανε χώρα στις 6 π.μ., στις 5 και μισή τα ξημερώματα, ξεκίνησε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος με αιφνιδιαστική εισβολή στην Ήπειρο.

Η άρνηση του Μεταξά στην επέλαση των ιταλικών στρατευμάτων αποδόθηκε τις επόμενες ημέρες στις εφημερίδες με το περίφημο «ΟΧΙ», ωστόσο η λέξη που έχει γίνει συνώνυμο της ελληνικής γενναιότητας παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο εξώφυλλο της εφημερίδας «Ελληνικό Μέλλον» του Ν. Π. Ευστρατίου στις 30 Οκτωβρίου του 1940.

 

Πίσω στην Κορυφή