Παραμένουν οι προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν όσον αφορά στο φορολογικό σύστημα της χώρας καθώς τα κενά στην επιβολή της νομοθεσίας και στην πάταξη της φοροδιαφυγής εξακολουθούν να υπάρχουν, ιδίως στις αγροτικές περιοχές και στον ανεπίσημο τομέα, όπως εκτιμά το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) στην τετραμηνιαία έκδοσή του (Οκτώβριος 2025) για τις οικονομικές εξελίξεις που έδωσε στη δημοσιότητα πριν λίγες ημέρες.
Οι ιδιοκτήτες μικρών επιχειρήσεων συχνά επιδεικνύουν αντίσταση ή σύγχυση, ειδικά όταν θεσπίζονται νέες απαιτήσεις συμμόρφωσης, ενώ τεχνικά εμπόδια και εμπόδια κατάρτισης, όπως ο περιορισμένος ψηφιακός αλφαβητισμός, θέτουν περαιτέρω δυσκολίες. Επιπλέον, η βιώσιμη πρόοδος εξακολουθεί να εξαρτάται από την ευρύτερη εμπιστοσύνη στους θεσμούς και τη συνολική αποτελεσματικότητα του συστήματος δημόσιας διοίκησης, όπως επισημαίνει το ΚΕΠΕ.
Για να ξεπεραστούν αυτοί οι περιορισμοί, το ΚΕΠΕ συνιστά στνη ελληνική κυβέρνηση να βελτιώσει την ποιότητα των θεσμών και των δημόσιων υπηρεσιών της, ενισχύοντας παράλληλα το κράτος δικαίου και μειώνοντας τη διαφθορά, προκειμένου να δημιουργηθούν ευκαιρίες ανάπτυξης για την επίσημη οικονομία. Ενώ τα προγράμματα εκπαίδευσης και ευαισθητοποίησης θα μπορούσαν επίσης να συμβάλλουν στη βελτίωση της φορολογικής ηθικής.
Μεταξύ 2003-2022, το μέσο επίπεδο της ανεπίσημης οικονομικής δραστηριότητας στην Ελλάδα καταγράφηκε στο 23,7% (του ΑΕΠ) σε σύγκριση με 12% και 12,3% στην Ιρλανδία και στη Γερμανία, αντίστοιχα.
Τα συνολικά φορολογικά έσοδα το 2024 αντιπροσώπευαν το 49,3% του ΑΕΠ, 1,1% υψηλότερα σε σύγκριση με το 2023. Σε ονομαστικούς όρους, τα συνολικά φορολογικά έσοδα ανήλθαν σε 117,2 δις ευρώ, σε σύγκριση με 108,5 δις ευρώ το 2023. Τα φορολογικά έσοδα από άμεση και έμμεση φορολογία το 2023 ανήλθαν σε 61,7 δις ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 27,4% του ΑΕΠ, ενώ το 2024 έφτασαν τα 66,4 δις ευρώ, 4,7 δις ευρώ υψηλότερα από το 2023, αντιπροσωπεύοντας το 28% του ΑΕΠ.
Αυτή η υπεραπόδοση των φορολογικών εσόδων, κατά το ΚΕΠΕ, αποδίδεται κυρίως στην αποτελεσματική αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και στην αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών ενώ οι ψηφιακές μεταρρυθμίσεις, όπως η ανάπτυξη διαφόρων ψηφιακών υπηρεσιών και εφαρμογών από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), σε συνδυασμό με τη διασύνδεση των ταμειακών μηχανών με τα συστήματα τερματικών σημείων πώλησης (POS) έχουν επιφέρει σημαντικές βελτιώσεις στην καταγραφή και την παρακολούθηση των χρηματοοικονομικών συναλλαγών.
Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό, καθώς η αξιοπιστία των επίσημων οικονομικών στοιχείων μπορεί να επηρεαστεί από την ύπαρξη της παραοικονομίας και της φοροδιαφυγής, επηρεάζοντας στη συνέχεια άλλους κοινωνικοοικονομικούς δείκτες που βασίζονται σε αυτά τα δεδομένα. Επιπλέον, η σημαντική αύξηση των ηλεκτρονικών πληρωμών τα τελευταία χρόνια έχει επίσης διευκολύνει τον εντοπισμό και τη μείωση των αδήλωτων εισοδημάτων ιδίως σε τομείς όπου παραδοσιακά κυριαρχούσαν οι συναλλαγές σε μετρητά. Ως εκ τούτου, οι φορολογικές αρχές είναι πλέον καλύτερα εξοπλισμένες για να παρακολουθούν και να κάνουν τις αντιστοιχίσεις μεταξύ των δηλώσεων εισοδημάτων και των πραγματικών χρηματοοικονομι- κών συναλλαγών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και τη σημαντική αύξηση των φορολογικών εσόδων.
Η φοροδιαφυγή αποτελεί διαχρονικά ένα διαρθρωτικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, με δυσμενείς επιπτώσεις για τα δημόσια οικονομικά της χώ ρας. Ωστόσο, υπάρχουν και άλλες οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις που είναι λιγότερο εμφανείς. Γενικά, η φοροδιαφυγή στρεβλώνει την κατανομή και την αναδιανομή των πόρων τόσο σε βραχυπρόθεσμο όσο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Πιο συγκεκριμένα, η φοροδιαφυγή μπορεί να επηρεάσει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, επηρεάζοντας με την πάροδο του χρόνου τις αποφάσεις σχετικά με την προσφορά και τη ζήτηση εργασίας, τις αποφάσεις κατανομής ανάμεσα σε κατανάλωση και αποταμίευση, καθώς και τις τιμές, την οικονομική ανάπτυξη, κλπ. Επιπλέον, η φοροδιαφυγή υπονομεύει τη διανεμητική λειτουργία της προοδευτικής φορολογίας, επιβαρύνοντας περισσότερο τους συνεπείς φορολογούμενους. Επίσης, στερεί από το κράτος έσοδα που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν προς την υλοποίηση δημόσιων δαπανών.
Σε γενικό πλαίσιο, η φοροδιαφυγή αποτελεί μέρος της παραοικονομίας. Ωστόσο, ο ορισμός και η μέτρηση της παραοικονομίας παραμένουν αντικείμενο συζήτησης. Η παραοικονομία αναφέρεται επίσης ως «κρυφή» οικονομία, «γκρίζα» οικονομία, «μαύρη» ή «λαθραία» οικονομία, «οικονομία μετρητών» ή «ανεπίσημη» οικονομία.
Ο ρόλος των ψηφιακών πληρωμών
Η αύξηση των ψηφιακών πληρωμών και η εκτεταμένη χρήση των καρτών πληρωμών στην Ελλάδα έχουν διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο όχι μόνο στην αύξηση των έμμεσων φορολογικών εσόδων, αλλά και στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, όπως υπογραμμίζει το ΚΕΠΕ.
Η διείσδυση των ψηφιακών πληρωμών, ειδικά μετά την επιβολή ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων το 2015, βρέθηκε να έχει θετική επίδραση στα φορολογικά έσοδα. Η χρήση καρτών πληρωμής στην Ελλάδα παρουσίασε ανοδική τάση τα τελευταία χρόνια, ιδίως μετά την επιβολή των κεφαλαιακών περιορισμών το 2015.
Ωστόσο, τα μετρητά παραμένουν η κυρίαρχη μέθοδος πληρωμής στην Ελλάδα, αντιπροσωπεύοντας το 42% της αξίας των συναλλαγών και το 54% του αριθμού των συναλλαγών, σε σύγκριση με τους μέσους όρους της ευρωζώνης (ΕΑ 20) που είναι 39% και 52% αντίστοιχα (ECB, 2024) (Διαγράμματα 4.2.3 και 4.2.4). Είναι επίσης ενδιαφέρον ότι, παρόλο που πάνω από το 50% των ερωτηθέντων σε όλες τις δημογραφικές και κοινωνικοοικονομικές κατηγορίες (ηλικία, φύλο και επίπεδο εκπαίδευσης) δήλωσαν ότι προτιμούν τις κάρτες ή άλλους τρόπους πληρωμής χωρίς μετρητά, τα μετρητά παραμένουν ο πιο διαδεδομένος τρόπος πληρωμής σε πολλές συναλλαγές. Για παράδειγμα, για πάνω από το 60% των ερωτηθέντων στην έρευνα SPACE του 2024, η δυνατότητα πληρωμής με μετρη- τά είναι εξαιρετικά σημαντική.
Συγκρίνοντας την Ελλάδα με την Ιταλία, την Πορτογαλία και την Ισπανία (Διάγραμμα 4.2.5), είναι προφανές ότι, γενικά, σε όλες τις χώρες, τα μετρητά κυριαρχούν έναντι της χρήσης καρτών τόσο σε αξία όσο και σε αριθμό συναλλαγών. Μόνο η Ελλάδα φαίνεται να έχει χαμηλότερο ποσοστό χρήσης μετρητών σε σύγκριση με τη χρήση καρτών όσον αφορά την αξία συναλλαγών μόνο.
Τέλος, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας SPACE για το 2024, έξι χώρες καταγράφηκαν να κάνουν υψηλότερη χρήση καρτών σε σχέση με τα μετρητά, τόσο ως προς την αξία όσο και ως προς τον αριθμό των συναλλαγών.
