Νοικοκυριά σε…απόγνωση!

Εurostat:  Το 43% χρωστάει σε δόσεις, ενοίκια, λογαριασμούς

 

Πάνω από τέσσερα στα δέκα νοικοκυριά στην Ελλάδα έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές σε δόσεις ενυπόθηκων δανείων, ενοίκια, λογαριασμούς, αγορές με πίστωση… Τα νέα στοιχεία της Εurostat  για τις οικονομικές δυσκολίες των νοικοκυριών στην Ευρώπη, κατατάσσουν σταθερά τη χώρα μας ως την πλέον επιβαρυμένη.

Στην Ελλάδα το ποσοστό των χρεωμένων νοικοκυριών είναι υπερ-τετραπλάσιο, και ανέρχεται στο 42,8%. Ακόμα και οι χώρες που βρίσκονται αμέσως πίσω από εμάς στην πανευρωπαϊκή κατάταξη, η Βουλγαρία και η Ρουμανία, έχουν τα μισά ποσοστά χρεωμένων νοικοκυριών: 18,7% και 17% αντίστοιχα.

Η κατάσταση ήταν ακόμα χειρότερη το 2023 και το 2022, τις χρονιές που εκτοξεύθηκε ο πληθωρισμός. Μεταξύ 2021 και 2022 το ποσοστό των ελληνικών νοικοκυριών με καθυστερημένους λογαριασμούς και δόσεις εκτινάχθηκε από το ούτως ή άλλως πανύψηλο 36,4% στο δυσθεώρητο 45,5%.

Το 2023 ήταν η χειρότερη χρονιά από την εποχή των μνημονίων, με το ποσοστό χρεωμένων νοικοκυριών να σκαρφαλώνει στο 47,3%.

Η τελευταία φορά που είδαμε τόσο πολλά νοικοκυριά να αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στις ανελαστικές τους δαπάνες ήταν το 2015, όταν η Ελλάδα βρισκόταν στο χείλος της χρεοκοπίας και στραγγαλιζόταν από τους εκβιασμούς των δανειστών. Ήταν η ιστορική χρονιά του «πρώτη φορά Aριστερά» και όσων συγκλονιστικών ακολούθησαν: κήρυξη δημοψηφίσματος, capital controls, «Όχι» στη δανειακή σύμβαση με 62%, 17ωρη διαπραγμάτευση στις Βρυξέλλες, τρίτο μνημόνιο, δεύτερη φορά ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.

Εκείνη τη θυελλώδη χρονιά, σχεδόν το ένα στα δύο νοικοκυριά στην Ελλάδα (49,3%), δεν κατάφερνε να πληρώνει εγκαίρως λογαριασμούς, δόσεις και ενοίκια. Το 2016 το ποσοστό υποχώρησε ελαφρά στο 47,9%, και έκτοτε έβαινε μειούμενο, αν και με αργούς ρυθμούς αποκλιμάκωσης, για να αλλάξει πάλι ρότα μετά την πανδημία.

 

 Δέκα χρόνια οικονομική ασφυξία

Η μεγάλη και απογοητευτική εικόνα είναι ότι παρά τις προόδους της Ελλάδας σε ορισμένους μακροοικονομικούς δείκτες, τα νοικοκυριά βιώνουν σχεδόν τα ίδια επίπεδα οικονομικής ασφυξίας όσο και την περίοδο της βαθιάς ύφεσης.

Φαίνεται πως τα θηριώδη υπερπλεονάσματα, τα κρατικά υπερέσοδα των έμμεσων και άμεσων φόρων, οι ρυθμοί ανάπτυξης και η μείωση του χρέους ως προς το ΑΕΠ «ταΐζονται» και από μια λιτότητα νέου είδους, που πλήττει δυσανάλογα τους πιο φτωχούς.  Η αφαίμαξη των εισοδημάτων, λόγω πληθωρισμού και υπερφορολόγησης , η μείωση της αγοραστικής δύναμης του μισθού, η αύξηση των ωρών εργασίας,  που οδηγεί στη δραματική συρρίκνωση του ελεύθερου χρόνου σε βαθμό εξαφάνισης, συνθέτουν ένα εκρηκτικό κοκτέιλ. Η αίσθηση δυσαρέσκειας και αδικίας αποτυπώνεται σε σειρά δημοσκοπήσεων, που δείχνουν τους Έλληνες να βυθίζονται σε ένα σπιράλ δυσπιστίας και απογοήτευσης.

 

Από την απογοήτευση στην οργή

Η απογοήτευση εύκολα μετατρέπεται σε θυμό και οργή, αλλά δύσκολα εκφράζεται με συλλογική διεκδίκηση και δράση. Όταν η κατάσταση φτάνει ως εκεί, όπως έγινε επανειλημμένα τη χρονιά που διανύουμε , με τις λαοθάλασσες που ζήτησαν δικαιοσύνη για τα Τέμπη και την πάνδημη συμπαράσταση στον δίκαιο αγώνα του Πάνου Ρούτσι, η κυβέρνηση σπεύδει να μιλήσει για «τσαντίρια» και «φαντάσματα των αγανακτισμένων».

Γι’αυτό βιάζεται να απαγορεύσει με τροπολογία τις συγκεντρώσεις στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, μήπως και πνίξει στα γεννοφάσκια τους τα κινήματα που διαμορφώνονται. Κινήματα ετερόκλητα, εύθραυστα, ασυνεχή, με πλημμυρίδες και άμπωτες, που όμως συνιστούν ένα αναδυόμενο ρεύμα κοινωνικής αντιπολίτευσης.

Ένα από τα πλέον ανησυχητικά ευρήματα στα στοιχεία της Εurostat, είναι ότι η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της ΕΕ που διατηρεί τόσο επίμονα υψηλά ποσοστά χρεωμένων νοικοκυριών, όχι μόνο κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, αλλά και μετά από αυτήν.

Ο βαθμός «οικονομικής βαλκανοποίησης» της Ελλάδας γίνεται εμφανής από τη σύγκριση με τις γειτονικές μας χώρες. Το 2015 πάνω από ένα στα τρία νοικοκυριά στη Βουλγαρία (33,6%) είχε καθυστερημένες οφειλές ενοικίου, δόσεων, λογαριασμών.

Το ίδιο ισχύει και για άλλες χώρες που βρίσκονταν σε παρόμοια κατάσταση: Κύπρος, Κροατία, Ρουμανία, Ουγγαρία, Ρουμανία, Σλοβενία, Ιρλανδία. Όλες οι παραπάνω χώρες είχαν ποσοστά χρεωμένων νοικοκυριών μεταξύ 30%-20%. Σήμερα τα έχουν μειώσει κατά το ήμισυ, ως και κάτω από 10%.

 

Βουλιάζουν στα χρέη τα οχτώ στα δέκα φτωχά νοικοκυριά

Η Ελλάδα είχε σταθερά ποσοστά χρεωμένων νοικοκυριών άνω του 40% – με μοναδική εξαίρεση τη διετία της πανδημίας (2020-21). Ας μην ξεχνάμε ότι τότε είχαν δοθεί μια σειρά επιδομάτων, που βοήθησαν να «καμουφλάρουν» προσωρινά την κατάσταση. Η κρίση ξέσπασε πιο έντονη από το 2022, με την εκτόξευση των τιμών ενέργειας, ενοικίων, ακινήτων, αλλά και των τιμών των τροφίμων. Το 43% των χρεωμένων νοικοκυριών του 2024 όχι μόνο δεν δείχνει πρόοδο, αλλά είναι σημάδι μιας χρόνιας υποβάθμισης της ποιότητας ζωής.

Οι απλήρωτοι λογαριασμοί, δόσεις και ενοίκια αποτελούν μόνιμο πρόβλημα για οχτώ στα δέκα φτωχά νοικοκυριά (79,1% το 2023 και 77,9% το 2024). Είναι εκείνα που ζουν καθημερινά με τον φόβο της έξωσης, του πλειστηριασμού, του κομμένου ρεύματος και νερού.

 

Δαπάνες υγείας: Στην κορυφή της ΕΕ η Ελλάδα σε επιβάρυνση νοικοκυριών  

Τεράστιες είναι και οι ανισότητες μεταξύ των χωρών-μελών της ΕΕ όσον αφορά στην επιβάρυνση των νοικοκυριών από δαπάνες υγείας αποκαλύπτουν τα νέα στοιχεία της Eurostat. Για πάνω από το ένα τρίτο των συνολικών δαπανών οι Έλληνες βάζουν βαθιά το χέρι στην τσέπη (34,3%), όταν ο μέσος όρος στην Ευρώπη δεν ξεπερνά το 14,6%.

Στο σύνολο της ΕΕ, κατά μέσο όρο οι εισφορές υποχρεωτικής ασφάλισης καλύπτουν το 51% των δαπανών υγείας, ενώ κατά 30% καλύπτεται από τις κυβερνήσεις, αφήνοντας τα νοικοκυριά εκτεθειμένα σε άμεσες ιδιωτικές πληρωμές που συχνά επιβαρύνουν δραματικά τον οικογενειακό προϋπολογισμό («out of pocket»). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα φτωχότερα νοικοκυριά να αποφεύγουν ή να αναβάλλουν τις επισκέψεις στον γιατρό για τις καθιερωμένες εξετάσεις ή όταν προκύπτει ένα πρόβλημα υγείας που απαιτεί περαιτέρω διερεύνηση.

Όπως φαίνεται στη λίστα με τις 34 χώρες-μέλη της ΕΕ που συμπεριλαμβάνονται στην έρευνα της Eurostat για τις άμεσες ιδιωτικές πληρωμές υγείας, η ψαλίδα είναι εντυπωσιακά διευρυμένη: Από το 8,5% του Λουξεμβούργου, το ποσοστό εκτινάσσεται στο 35,5% της Βουλγαρίας η οποία βρίσκεται στην κορυφή.

Στη δεύτερη και τρίτη θέση αντιστοίχως κατατάσσονται η Λετονία (35,1%) και η Ελλάδα (34,3%). Ακολουθούν η Σερβία (32,1%), η Λιθουανία (31,4%) και η Βοσνία-Ερζεγοβίνη (31%), όλα κράτη της Ανατολικής και Νότιας Ευρώπης.

Ένας από τους βασικότερους λόγους για τις τεράστιες αποκλίσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών είναι οι εθνικές πολιτικές ασφάλισης υγείας, οι οποίες «καθορίζουν ποιος καλύπτεται, ποιες υπηρεσίες καλύπτονται και πόσο από το κόστος καλύπτεται» εξηγεί ο καθηγητής Τζόναθαν Σάιλους από το London School of Economics.

Και προσθέτει: «Σε πολλές από τις χώρες με τη χειρότερη επίδοση, όπως η Βουλγαρία, όσοι δεν πληρώνουν τις κοινωνικές τους εισφορές αποκλείονται από τη δημόσια κάλυψη, με αποτέλεσμα κάθε ανάγκη υγείας να την πληρώνουν εξ ολοκλήρου από την τσέπη τους».

Από την άλλη, στις χώρες με ευρύ δημόσιο ή κοινωνικό σύστημα ασφάλισης υγείας τα ποσοστά ιδιωτικών πληρωμών είναι χαμηλότερα, σημειώνει ο Πασκάλ Γκαρέλ, διευθύνων σύμβουλος της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Νοσοκομείων και Υγειονομικής Περίθαλψης (HOPE). Αυτά τα συστήματα, όπως λέει, συνήθως προσφέρουν πλήρη πακέτα παροχών – νοσοκομειακή περίθαλψη, υπηρεσίες πρωτοβάθμιας φροντίδας και συνταγογραφούμενα φάρμακα-, οι συμμετοχές στις βασικές υπηρεσίες είναι χαμηλές ή μηδενικές, ενώ η προστασία ευάλωτων ομάδων είναι υψηλή.

 

Πίσω στην Κορυφή