Πίσω όμως από τις επικοινωνιακές εξαγγελίες και τους πανηγυρισμούς, η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική

Γράφει ο Δημήτρης Δεληγεωργόπουλος

Συντονιστής Νομαρχιακής Επιτροπής Αχαΐας «Δημοκράτες – Προοδευτικό Κέντρο»

 

Η κυβέρνηση φέρνει ένα ακόμη πολυνομοσχέδιο εκατοντάδων σελίδων, το οποίο παρουσιάζεται ως απάντηση στην ενεργειακή κρίση, στο ιδιωτικό χρέος και στη συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος. Πίσω όμως από τις επικοινωνιακές εξαγγελίες και τους πανηγυρισμούς, η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική.

Το νομοσχέδιο δεν αποτελεί σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας. Αποτελεί ένα σύνολο αποσπασματικών μέτρων και προσωρινών διευκολύνσεων που επιχειρούν να διαχειριστούν τις συνέπειες μιας πολιτικής η οποία εδώ και χρόνια αφήνει αγρότες, μικρομεσαίες επιχειρήσεις και νοικοκυριά εκτεθειμένα στην ακρίβεια, το υψηλό ενεργειακό κόστος και την ασυδοσία των καρτέλ.

 

 

Οι αγρότες παραμένουν μόνοι τους

Παρά τις διαρκείς κινητοποιήσεις του αγροτικού κόσμου και τα οξυμένα προβλήματα που αντιμετωπίζει η πρωτογενής παραγωγή, το νομοσχέδιο δεν περιλαμβάνει ουσιαστικές παρεμβάσεις για τη μείωση του κόστους παραγωγής.

Δεν υπάρχει μόνιμη λύση για το αγροτικό πετρέλαιο. Δεν υπάρχει ολοκληρωμένο σχέδιο για το ενεργειακό κόστος των ΤΟΕΒ και ΓΟΕΒ. Δεν υπάρχουν νέες ρυθμίσεις για τα αγροτικά δάνεια και τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις των παραγωγών. Αντί για ουσιαστική στήριξη της παραγωγής, η κυβέρνηση επιλέγει ημίμετρα και παρατάσεις υφιστάμενων προγραμμάτων.

Την ώρα που ο παραγωγός πληρώνει ακριβότερο ρεύμα, ακριβότερα εφόδια και ακριβότερα καύσιμα, η κυβέρνηση συνεχίζει να αντιμετωπίζει τον αγροτικό κόσμο ως θεατή και όχι ως πυλώνα ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

 

Οι 72 δόσεις δεν λύνουν το πρόβλημα

Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη ρύθμιση των 72 δόσεων ως μια μεγάλη παρέμβαση ανακούφισης των πολιτών.

Η αλήθεια είναι ότι η ρύθμιση αφορά κυρίως παλαιές οφειλές έως το τέλος του 2023 και συνοδεύεται από συγκεκριμένες προϋποθέσεις ένταξης. Δεν αγγίζει το βασικό πρόβλημα: τη συνεχή δημιουργία νέων χρεών εξαιτίας της ακρίβειας, του ενεργειακού κόστους και της υπερφορολόγησης.

Η κυβέρνηση προσφέρει περισσότερες δόσεις σε ανθρώπους που αδυνατούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, αλλά δεν λαμβάνει μέτρα ώστε να σταματήσουν να δημιουργούνται νέα χρέη.

Πρόκειται για μια πολιτική διαχείρισης του προβλήματος και όχι επίλυσης του προβλήματος.

 

Η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα στο περιθώριο

Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις εξακολουθούν να σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος της κρίσης.

Το νομοσχέδιο δεν περιλαμβάνει ουσιαστική μείωση φορολογικών βαρών, δεν προβλέπει ειδικά εργαλεία ρευστότητας για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις και δεν αντιμετωπίζει το αυξημένο λειτουργικό κόστος που στραγγαλίζει την αγορά.

Την ίδια στιγμή, οι μεγάλες επιχειρήσεις και οι ισχυροί παίκτες της αγοράς συνεχίζουν να απολαμβάνουν συνθήκες που ευνοούν τη συγκέντρωση πλούτου και ισχύος.

Οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες δεν ζητούν επιδόματα. Ζητούν δίκαιους κανόνες, πρόσβαση στη χρηματοδότηση και ένα περιβάλλον υγιούς ανταγωνισμού.

 

Η αγορά παραμένει όμηρος των καρτέλ

Η κυβέρνηση επικαλείται την καταπολέμηση της ακρίβειας, όμως αποφεύγει να συγκρουστεί με τις πραγματικές αιτίες της.

Οι τιμές στα τρόφιμα, στην ενέργεια, στα καύσιμα και σε βασικά αγαθά εξακολουθούν να πιέζουν ασφυκτικά τα νοικοκυριά. Οι πολίτες πληρώνουν ακριβότερα προϊόντα, ενώ οι παραγωγοί συχνά πωλούν σε εξευτελιστικές τιμές.

Ανάμεσα στον παραγωγό και τον καταναλωτή συνεχίζουν να λειτουργούν στρεβλώσεις και μηχανισμοί υπερκερδοφορίας που κανείς δεν φαίνεται πρόθυμος να αγγίξει.

Αντί για ουσιαστικές παρεμβάσεις απέναντι στα ολιγοπώλια και τα καρτέλ, η κυβέρνηση επιλέγει προσωρινές ενισχύσεις και επικοινωνιακές εξαγγελίες.

 

Η μεγάλη απουσία: η περιφερειακή ανάπτυξη

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο του νομοσχεδίου είναι αυτό που δεν περιλαμβάνει.

Δεν υπάρχει ολοκληρωμένο σχέδιο για την περιφερειακή ανάπτυξη.

Δεν υπάρχουν ειδικά κίνητρα για ορεινές και μειονεκτικές περιοχές. Δεν υπάρχουν παρεμβάσεις για τη συγκράτηση των νέων στην περιφέρεια. Δεν υπάρχει στρατηγική για τη δημιουργία παραγωγικών συμπλεγμάτων (clusters), τη στήριξη της αγροδιατροφής, τη σύνδεση της τοπικής παραγωγής με τον τουρισμό και την ενίσχυση της τοπικής επιχειρηματικότητας.

Η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι η περιφέρεια χάνει πληθυσμό, επενδύσεις και ανθρώπινο δυναμικό. Παρ’ όλα αυτά, δεν παρουσιάζει κανένα συνεκτικό σχέδιο για την ανασυγκρότησή της.

 

Συμπέρασμα

Το πολυνομοσχέδιο αυτό δεν αποτελεί σχέδιο ανάπτυξης. Αποτελεί ένα μωσαϊκό αποσπασματικών παρεμβάσεων με έντονο προεκλογικό χαρακτήρα.

Αντί για τομές στην παραγωγή, την επιχειρηματικότητα και την περιφέρεια, προσφέρει προσωρινές διευκολύνσεις. Αντί να συγκρουστεί με τις αιτίες της ακρίβειας και της υπερχρέωσης, διαχειρίζεται τις συνέπειές τους. Αντί να στηρίξει τον αγρότη, τον μικρομεσαίο και την ελληνική περιφέρεια, τους ζητά να περιμένουν ακόμη λίγο.

Η χώρα όμως δεν χρειάζεται άλλες προεκλογικές ασπιρίνες. Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης, δίκαιης ανάπτυξης και πραγματικής στήριξης της κοινωνίας και της οικονομίας.

Πίσω στην Κορυφή